ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ
ΤΟΥ Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ
Εδώ σε πρώτο πρόσωπο
γράφει ο Βιζυηνός
κι εύγλωττα το αμάρτημα
διηγείται της μητρός
Ήρθε να μας αφηγηθεί
βιώματα δικά του
το τι συνέβη ‘πό παλιά
στην οικογένειά του
«Μιχάλης ο πατέρας μου
Δέσποινα η μαμά μου
δύο αγόρια κι η Αννιώ
τ’ αδέλφια τα δικά μου
Δημήτρης ο πρωτότοκος
μετά εγώ, ο Γιωργής
και η Αννιώ μετ’ από με
γεννήθηκε ευθύς
Ήρθε και ο βενιαμίν
μετά απ’ την Αννιώ μας
και μέγα το παράπονο
ήτανε το δικό μας
Η ζήλεια μας κατέτρωγε
όλα εμάς τ’ αγόρια
απ’ την αγάπη της μαμάς
ζούσαμε πάντα χώρια
Η μάνα μόνο στην Αννιώ
είχε την προσοχή της
και για εκείνη μοναχά
έδινε την ψυχή της
Εμάς μια υπηρέτρια
μας φρόντιζε θυμάμαι
με σκέψεις πάντα πήγαινα
το βράδυ να κοιμάμαι
Με την Αννιώ η σχέση μας
έφτανε τη λατρεία
μα κάπου απ’ τη μάνα μας
βλέπαμε αδικία
Καθώς μετά αρρώστησε
πολύ η αδελφή μας
σαν να μην ήταν πια αυτή
η μάνα η δική μας
Πέθανε κι ο πατέρας μας
αυτή την εποχή
και έπρεπε μονάχη της
να κάνει μια αρχή
Για την αρρώστια της Αννιώς
ξέχασε τις αρχές της
και προς τον κόσμο άνοιξε
τις πόρτες τις δικές της
Βγήκε και ξενοδούλευε
για να τα βγάλει πέρα
όμως ο πόνος συνεχώς
της έπαιζε φλογέρα
Απ’ τα μαλλιά τους πιάνονται
λένε για τους
πνιγμένους
τους τσαρλατάνους έβλεπε
όλους ευλογημένους
Ότι μαντζούνι έλεγαν
πως ήταν γιατρικό
αμέσως το αγόραζε
από τον ειδικό
Στο τέλος αποφάσισε
στην εκκλησιά να πάνε
σαράντα ημερόνυχτα
μαζί να ξενυχτάνε
Νόμιζε πως η πίστη της
είναι σπουδαίο πράγμα
κι ότι για την περίπτωση
θα κάνει ένα θαύμα
Όμως περνούσε ο καιρός
κι αυτή παραληρούσε
και πράγματα παράλογα
απ’ το Θεό ζητούσε»
«Πάρε μου έναν απ’ τους γιούς
και σώσε την Αννιώ μου
αυτό είναι από καρδιάς,
το θέλω, το δικό μου»
«Ήμουν εκεί και άκουγα
τα λόγια τα δικά της
φρίκη στ’ αλήθεια ένοιωσα
απ’ τα λεγόμενά της
Έφυγα από το ναό
με δυνατές κραυγές
γιατί το τι γινότανε
ήτανε διαυγές
Σε λίγες μέρες έφυγε
για πάντα η Αννιώ
τη μάνα συνεφέραμε
εμείς με το στανιό
Όμως κάτω δεν το ‘βαλε
και στη ζωή ουσία
βάζει ξανά η μάνα μας
με μια υιοθεσία
Μια κόρη υιοθέτησε
κι όλη την προσοχή της
σε κείνη έδωσε ξανά
μαζί με την ψυχή της
Πως θα ‘χει την φροντίδα μου
κι όλη την προσοχή μου
στη μάνα υποσχέθηκα
που ‘σωσε τη ζωή μου
Μικρός πήγα στην ξενιτειά
λεφτά να αποκτήσω
το λόγο που της έδωσα
ήθελα να κρατήσω
Μετ’ από χρόνια γύρισα
πίσω στο πατρικό μας
και είδα κόρη άγνωστη
στο σπίτι το δικό μας
Είδα τ’ αδέλφια μου ξανά
με μούτρα ξινισμένα
γιατί και τούτη τη φορά
τα ‘χε ξεχωρισμένα
Διαμαρτυρήθηκα και γω
στη μάνα για την κόρη
της είπα ότι όλη μας
μ’ αυτήν τραβάμε ζόρι
Την είδα και τα μάτια της
ήτανε βουρκωμένα
και με λαχτάρα και στοργή
σε μένα καρφωμένα
Ποτέ δεν το κατάλαβα
αυτό το φέρσιμό της
γιατί εγώ δεν ήξερα
το δράμα το δικό της
Ώσπου κοντά μου κάθισε
να μου διηγηθεί
το πώς ο πόνος μέσα της
έχει μεγεθυνθεί»
Μάνα
«Με το μπαμπά σου τράβηξα
σε γάμο να γλεντήσω
και το κατάφερα εγώ
στο τέλος να μεθύσω
Ξινό βγήκε το γλέντι μας
και η διασκέδασή μας
σαν, μεθυσμένη γύρισα
το βράδυ στο τσαρδί μας
Ξύπνησε η μικρή Αννιώ
και άρχισε να κλαίει
μα το μεθύσι το βαρύ
τα σωθικά μου καίει
Την έβαλα μηχανικά
στο στήθος να θηλάσει
κοιμήθηκα, την πλάκωσα
μέχρι αυτή να σκάσει
Όταν κάποτε ξύπνησα
και είδα τι ‘χα κάνει
παρακαλούσα το Θεό
και μένα να πεθάνει
Ήταν η πρώτη αδελφή
που είχατε παιδί μου
ο θάνατός της, δύσκολη,
έκανε τη ζωή μου
Οι τύψεις με βασάνιζαν
χωρίς να σταματάνε
και την μαυρίλα στην ψυχή
ακόμα κουβαλάνε
Κάναμε μια προσπάθεια
όπως κάθε γονιός
για την αντικατάσταση
της δόλιας της Αννιώς
Όμως γεννήθηκες εσύ
και θηλυκό ζητάμε
κι αμέσως για επόμενο
με το μπαμπά τραβάμε
Κορίτσι τότε κάναμε
την είπαμε Αννιώ
να καταλάβεις το γιατί
δε χρειάζεται νιονιό
Όμως αρρώστησε αυτή
κι έχασε τη ζωή της
και κάποιες όμορφες στιγμές
τις τράβηξε μαζί της
Οι τύψεις δυναμώσανε
μου τύφλωσαν το μάτι
και σ’ αντιστάθμισμα αυτών
ψάχνω να κάνω κάτι
Κορίτσι υιοθέτησα
μα απεδείχθη λάθος
στο τέλος το κατάλαβα
ότι δεν είχε βάθος
Εγώ την υιοθέτησα
για να την μεγαλώσω
και προίκα θυσιάστηκα
πολλή σ’ αυτήν να δώσω
Όμως αυτή γι αντάλλαγμα
είχε αχαριστία
κι ένοιωσα πως με κτύπησε
ξανά η αδικία
Άλλο κορίτσι έφερα
να ‘χω για αδελφή σας
το ‘χω καημό και θηλυκό
να κατοικεί
μαζί σας
Τη βύζαξα εικονικά
στα σπάργανά σας μέσα
την κοίμισα στην κούνια σας
σαν να ΄ταν πριγκηπέσα
Στα μάτια σου καλέ Γιωργή
απόρριψη διαβάζω
γνωρίζω την εξήγηση
δε σε καταδικάζω
Κι απ’ τον αρχιεπίσκοπο
συγχωροχάρτι
πήρα
μα ένα είναι σίγουρο
σ’ αυτά δεν έχει πείρα
Το σπλάχνο που το γέννησες
δεν ξέρει τι σημαίνει
με λάθος που ‘κανες εσύ
εκείνο να πεθαίνει
Πόνο παιδιού δεν ένοιωσε
ο άγιος πατέρας
δεν ξέρει ότι κατοικεί
μέσα μου ένα τέρας
Να σιγοτρώει τα σωθικά
είν’ η δουλειά που κάνει
στο τέλος είναι σίγουρο
ότι θα με πεθάνει
Γιωργής
Τα μάτια της δακρύσανε
κι έβγαλε λίγο πόνο
δεν είναι κάθε άνθρωπος
αυτό που βλέπεις μόνο
Μην κρίνεις άνθρωπο ποτέ
άμα δεν τον ρωτήσεις
τι έχει μέσα στην ψυχή,
γιατί, θα ολισθήσεις
ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
ΑΠΟΡΙΑ
Ποιο είναι το αμάρτημα
πέστε μου της μητρός,
ο θάνατος ακούσια
της πρώτης θυγατρός;
Αν δεν υπάρχει πρόθεση
δεν είναι αμαρτία
απλώς οι τύψεις μέσα της
είχανε απαρτία.
Μήπως;
Π’ εκλιπαρούσε το Θεό
μπροστά στο έν’ αγόρι
να πάρει πάνω ένα γιο
για να σωθεί η κόρη;
Ετούτο το αμάρτημα
είναι το πιο μεγάλο
σε σύγκριση ‘ναι γίγαντας
και νάνος είναι τ’ άλλο
ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου