ΤΑ ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ
ΤΟΥ ΚΑΖΟΥΟ ΙΣΙΓΚΟΥΡΟ
Από
τον ΜΠΑΜΠΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
Στην έπαυλη του Ντάρλινγκτον
πέρασε τη ζωή του
ο Στήβεν και εξιστορεί
την αναπόλησή του
Έξω από την έπαυλη
δεν είχε ξεμυτίσει
κι ο Στήβεν ήθελε πολύ
τα μέρη να γνωρίσει
Γι αυτό τα ταξιδιωτικά
διάβαζε τα βιβλία
κι έμαθε για την ύπαιθρο
και κάθε παραλία
Μπάτλερ με αφοσίωση
ήταν στ’ αφεντικά του
και την καρδιά θυσίαζε
για τα καθήκοντά του
Την οικονόμο έβλεπε,
την Κέντον,σαν γυναίκα
και τα βελάκια την καρδιά
τρύπαγαν δέκα- δέκα
Τους τύπους πάντα κοίταζε
κάνοντας τη δουλειά του
και διατηρούσε άψογη
την αξιοπρέπειά του
Το λόρδο επισκέπτονταν
πολλοί επιφανείς
κι ο Στήβεν ήταν πάντοτε
ήρωας αφανής
Του οίκου το προσωπικό
το είχε πάντ’ απίκο
και του σπιτιού κάθε γωνιά
την κάνανε λαμπίκο
Η οικονόμος πάντοτε
του έδειχνε συμπάθεια
μα λόγω του καθήκοντος
την έβλεπε μ’ απάθεια
Μεγάλοι μπάτλερ ήτανε
εκείνοι των διασήμων
σε μοίρα πάντα δεύτερη
οι άλλοι των ασήμων
Ο Στήβεν τα κατάφερνε
πάντα στις διοργανώσεις
κακό ποτέ δεν έβρισκες
σ’ εκείνον να προσδώσεις
Η Κέντον τον πλησίαζε
σπόντες πολλές πετούσε
που λόγω σοβαρότητας
ο Στήβεν αγνοούσε
Αδύνατον να ελιχθεί
έξω απ’ το καθήκον
που είχε να υπηρετεί
ολόψυχα τον οίκον
Στο λόρδο Ντάρλινγκτον πολύ
εμπιστοσύνη έχει
και ότι λοξοδρόμησε
καθόλου δεν προσέχει
Η χήρα Μπάρνετ μπόρεσε
τον Ντάρλινγκτον να πείσει
κι αντισημίτης έγινε
τον Χίτλερ να βοηθήσει
Δύο Εβραίες έδιωξε
που τον υπηρετούσαν
και Στήβεν –Κέντον για αυτό
έντονα διαφωνούσαν
Στης Κέντον τα αισθήματα
ο Στήβεν δεν ενδίδει
και σ’ άλλον άντρα το κορμί
και την καρδιά της δίδει
Φεύγει από την έπαυλη
πήγε να παντρευτεί
κι ο Στήβεν πια μονάχος του
πρέπει να πορευτεί
Την Κέντον όταν έφυγε
δεν είχε εμποδίσει
παρ’ ότι αυτή αληθινά
τον είχε αγαπήσει
Μονάχα με επιστολές
πια επικοινωνούσαν
και κάποιες ειδικές στιγμές
κι οι δυο αναπολούσαν
Έλαβε μια επιστολή
πως χώρισε η Κέντον
και μια ελπίδα φούντωσε
εις της καρδιάς το κέντρον
Ο Ντάρλινγκτον χρόνια μετά
την έπαυλη πουλάει
την παίρνει Αμερικανός
ο κύριος Φαρεντάϊ
Καινούργιο του αφεντικό
γίνετ’ ο Φαρεντάϊ
και με υπευθυνότητα
κι αυτόν υπηρετάει
Το νέο του τ’ αφεντικό
για λίγο θ’ απουσιάσει
τ’ αφήνει τ’ αυτοκίνητο
να πα να διασκεδάσει
Στην Κέντον σκέφτεται ευθύς
επίσκεψη να κάνει
την ευκαιρία που ‘τυχε
με τίποτα δεν χάνει
Σ’ όλη αυτή τη διαδρομή
το παρελθόν σκαλίζει
και τ’ άνθος της νεότητας
μέσα του ξανανθίζει
Στην ύπαιθρο την Αγγλική
ο Στήβεν τριγυρίζει
ανάμνηση απ’ τα παλιά
τη σκέψη του γεμίζει
Το να θαυμάζεις ζωντανά
της φύσης τα τοπία
κλεισμένος μεσ’ την έπαυλη
ήτανε ουτοπία
Γύρισε κάμποσα χωριά
και γνώρισε ανθρώπους
να τον ευχαριστήσουνε
να βρούνε ψάχνουν τρόπους
Λόγω του αυτοκίνητου
και του ντυσίματός του
λόρδο καθένας έβλεπε
στο μάτι το δικό του
Μετ’ από περιπέτεια
την Κέντον συναντάει
και άκουσε τα νέα της
και η ελπίδα πάει
Για τον παλιό τους χωρισμό
του ρίχνει την ευθύνη
το δάκτυλο αν κούναγε
δικιά του θα ‘χε γίνει
Με την αξιοπρέπεια
και το καθήκον πρώτα
την έστειλε να μπει βαθιά
σε αλλουνού την πόρτα
Ίσως να το κατάλαβε
σ’ αυτήν την ηλικία
το να φιμώνει την καρδιά
είναι μια αδικία
Με πληγωμένη την καρδιά
στην έπαυλη γυρίζει
και ήχους της παρηγοριάς
σε εαυτόν σφυρίζει
Και πάλι του καθήκοντος
φόρεσε το κουστούμι
και στης αξιοπρέπειας
κρύβεται το λαγούμι
Από αυτό αντλεί χαρά
τους άλλους σαν βοηθάει
στην έπαυλη του Ντάρλινγκτον
που τόσο αγαπάει