Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

ΓΝΩΜΙΚΟ 35


ΠΕΔΡΟ ΠΑΡΑΜΟ

ΠΕΔΡΟ ΠΑΡΑΜΟ
                          του Χουάν Ρούλφο

Χουάν Πρεσιάδο είν’ ο γιος
 μάνα η  Ντολορίτα
που παίρνει του βιβλίου μας
μικρό κομμάτι πίτα

 Η μάνα του τον ξόρκισε
να ψάχνει κάθε μέρα
μέχρι να βρει το σατανά
που είχε για πατέρα

Τον λένε Πέδρο Πάραμο
μένει στη Μέδια Λούνα
από το πέτο πιάστονε
και κείνον ταρακούνα

Να πάρεις ότι μας χρωστά
τίποτα πάρα πάνω
όλα όσα μας στέρησε
ήσυχη να πεθάνω

Λαχτάρα ανεκπλήρωτη
να είμαι στην Κομάλα
αλλά αυτός με κλώτσησε
σαν ποδοσφαίρου μπάλα

Τις αναμνήσεις μου μαζί
πάρε για συντροφιά σου
και στην Κομάλα πήγαινε
για νάβρεις τον μπαμπά σου



Έδωσε την υπόσχεση
κι όταν πεθαίνει η μάνα
ευθύς της αναζήτησης
κτυπάει την καμπάνα

Μία φωτό της μάνας του
 κουβάλησε κοντά του
για να πεισθεί ο Πάραμο
για την ταυτότητά του

Ρωτάει που ‘ναι το χωριό
που ζούσε η μητέρα
και βρήκε κάποιον που ‘χανε
τον ίδιο τον πατέρα

Αμπούνδιο συστήθηκε
σ΄αυτόν ο αδελφός του
Χουάν του είπε γρήγορα
πως είναι το δικό του

Μαζί θα φτάσουν στο χωριό
κι εκείνος συνεχίζει
κι η ιστορία μας εδώ
απ’ την αρχή αρχίζει

Έρημο είναι το χωριό
αιτία ο πατέρας
που όλοι παραδέχονται
πως ήταν ένα τέρας

Σαν κατσαρόλα το χωριό
επάνω σε καμίνι
ήταν ζεστό πάρα πολύ
την εποχή εκείνη

Οι πεθαμένοι λέγανε
 στην κόλαση πηγαίναν
 και λόγω κρύου γύριζαν
και την κουβέρτα παίρναν

Από νεκρούς και ζωντανούς
άκουσε ιστορίες
και σαν τις αποσώσανε
δεν είχε απορίες

Ο έρωτας ο παιδικός
του Πέδρο η Σουσάνα
μα δεν κατάφερε ποτέ
αυτήν να κάνει μάνα

Παντρεύτηκε με άλλονε
κι έφυγε μακριά του
αλλά από αυτήν ποτέ
δεν φύγαν τα μυαλά του

Σε γάμο ο πατέρας του
κουμπάρος θε να γίνει
μα ένας πυροβολισμός
στον τόπο τον αφήνει

Ετούτη η απώλεια
πολύ τόνε πληγώνει
κι όσοι στο γάμο ήτανε
όλους αυτός σκοτώνει

Επί πτωμάτων πάτησε
να φτιάξει περιουσία
και σ’ όλη την περιοχή
είχε την εξουσία

Η Ντολορίτα νόμιμα
η πρώτη του γυναίκα
αλλά παράλληλα μ’ αυτήν
είχε και άλλες δέκα

Χουάν Πρεσιάδο το παιδί
που έκανε μαζί της
που με τη μάνα του μαζί
πήγαν στην αδελφή της

Τον Πέδρο περιμένανε
 να πάει να τους πάρει
μα δεν τους έκανε ποτέ
ο Πάραμο τη χάρη

Και τις γυναίκες του χωριού
όλες είχε στο χέρι
γι αυτό και δεν αρνιόντουσαν
να κάνουν νταραβέρι

Σαν καλαμπόκι έσπερνε
παιδιά μες την Κομάλα
εκτός από τα δυο αυτά
 είχε και κάποια άλλα

Ο Μιγκελίτο έτυχε
την ώρα που ‘γεννήθη
η μάνα τον αιώνιο
τον ύπνο εκοιμήθη

Και έτσι αναγκαστικά
 κατοίκησε μαζί του
και είναι ο υπεύθυνος
για την ανατροφή του

Του Ρεντερία ο Μιγκέλ
τον αδελφό σκοτώνει
βιάζει και την ανηψιά
και τον παπά πληγώνει

Από μανία ο Μιγκέλ
σκοτώνει και βιάζει
κι αφού ο νόμος δεν μπορεί
Θεός τόνε δικάζει

Πέφτει από το άλογο
και χάνει τη ζωή του
κι εκεί του Πέδρο Πάραμο
μαύρισε η ψυχή του

Χήρεψε κι η Σουσάνα του
με τον πατέρα μένει
και δίχως να χρονοτριβεί
ο Πέδρο τήνε παίρνει

Τότε με τον πατέρα της
αυτή μαζί κοιμόταν
και όσο κράταγε αυτό
όλο και τρελαινόταν

Ο Πέδρο τότε της ψυχής
ένοιωσε την ανάταση
κι έτσι στα χρόνια φτάσαμε
που έγιν’ επανάσταση

Πάντοτε με τους δυνατούς
 έκανε συμμαχία
και στις επιχειρήσεις του
είχε επιτυχία

Παντού τα σκήπτρα κράταγε
μα όχι στην αγάπη
και η Σουσάνα του ‘δωσε
της συμφοράς το χάπι

Τρελάθηκε πραγματικά
μ’ αυτά που ‘χε βιώσει
δεν άφηνε τον Πάραμο
μαζί της να ξαπλώσει

Πέθανε και τον άφησε
μόνο του να θρηνεί
κι ο Ρεντερία του ‘λεγε
 κάνε υπομονή

Μην ξέροντας το πένθος του
γλεντούσαν στην Κομάλα
κι είπε θα τους εκδικηθεί
μαζί με λόγια άλλα

Aπό την πείνα πέθαιναν
όλοι καταστραφήκαν
γι αυτό στης επανάστασης
το τσούρμο μέσα μπήκαν

Του γιου του του Εμπούνδιο
η σύζυγος πεθαίνει
για της κηδείας έξοδα
στον Πάραμο πηγαίνει

Αρνείται ο Πέδρο βιαστικά
μα ήτανε μοιραίο
κι έτσι ετούτο το κακό
ήταν το τελευταίο

Δίκαιη αγανάκτηση
του όπλισε το χέρι
με μίσος στον πατέρα του
μπήγει ένα μαχαίρι

Έφυγ’ ο Πέδρο Πάραμο
απ’ τη ζωή ετούτη
αλλά δεν πήρε τίποτα
μαζί του από τα πλούτη

Kάποιων κατοίκων του χωριού
ονόματα αναφέρει
νομίζω πως κανέναν μας
αυτό δεν ενδιαφέρει

Μες την μουρμούρα της σιωπής
χάθηκε κι ο Πρεσιάδο
σαν πήγε και περπάτησε
στης κόλασης τον κάδο

Τις αποχρώσεις της σιωπής
αν τις υπολογίσεις
από του λόγου πιο πολλές
θα ‘ναι αν τις μετρήσεις

Κι έτσι λοιπόν ερήμωσε
 για πάντα η Κομάλα
τελειώνει το βιβλίο μας
δεν έχω λόγια άλλα

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ  ΑΜΑΡΥΝΘΟΣ 06-12 2016



Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

H MAXH



Η ΜΑΧΗ

Άνιση είν’ η μάχη μας
με το θεριό ετούτο
κι όλα τα μικρομάγαζα
τα έφαγε για φρούτο

Φοβάμαι είναι πρόγραμμα
για να μας αφανίσουν
κι όλες οι πολυεθνικές
πάνω μας να πλουτίσουν

Αυτή είναι η εντολή
των βορειοευρωπαίων
που είναι εξ ανέκαθεν
κόντρα εις το ωραίον

Ζηλεύουν την Ελλάδα μας
τα κάλλη τα δικά της
και θέλουν να καπηλευτούν
κι όλα τα ορυκτά της

Θέλουν να αγοράσουνε
όλες τις εταιρίες
να κλέψουν απ’ τους Έλληνες
τις κάποιες ευκαιρίες

Να είμαστε ενοικιαστές
στα ίδια μας τα σπίτια
γιατί κάποιοι πολιτικοί
πιαστήκανε στα δίχτυα




Για να καλύψουν τις πομπές
για ότι έχουν κάνει
αφήνουνε σιγά, σιγά
τη χώρα να πεθάνει


ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΓΝΩΜΙΚΟ 26