ΟΛΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΕΙΝ' ΕΔΩ ΣΕ ΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΜΕΤΡΟ ΓΙΑ ΝΑ ΑΡΕΣΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ--------- ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ---------- ΠΑΙΔΙΚΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ-------- ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ-------- ΜΥΘΟΙ-------- ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ --------- ΣΑΤΥΡΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ---------
Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018
Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018
ΠΡΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙΣ
ΠΡΙΝ
ΞΕΚΙΝΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΣ
ΑΛΛΟΥ ΓΙΑ
ΝΑ ΨΩΝΙΣΕΙΣ,
ΤΙΜΕΣ ΣΤΑ
ΝΤΟΠΙΑ ΜΑΓΑΖΙΑ
ΠΗΓΑΙΝΕ ΝΑ
ΡΩΤΗΣΕΙΣ.
ΡΩΤΑ ΚΑΙ
ΚΑΤΣΕ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ,
ΠΙΟ ΛΟΓΙΚΑ
ΛΙΓΑΚΙ
ΚΑΙ ΜΠΑΙΝΩ
ΜΕΣ ΤΗ ΣΚΕΨΗ ΣΟΥ
ΜΕ ΕΝΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑΚΙ.
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Το χρήμα
μέσα στο χωριό
άμα κυκλοφορήσει
υπάρχει βεβαιότητα
πως θα
ευημερήσει
Άνθρωπε της
οικοδομής
αν πας το
χρήμα έξω
να βάλω
μπρος οικοδομή
σίγουρα δεν
θ’ αντέξω
Κι έτσι θα
μείνεις άνεργος
δουλειά δεν
θα υπάρχει
γιατί η
πολυεθνική
το χρήμα όλο
θα ‘χει
Αλληλεγγύη
να ‘χουνε
οι
επαγγελματίες
γιατί όλοι
μας πληρώνουμε
των άλλων
αμαρτίες
Αν μείνουν
τα λεφτά εδώ
δημιουργούνται
θέσεις
είναι
πραγματικότητα
και όχι
υποθέσεις
Θ’ ανοίξει η
οικοδομή
θ’ ανοίξει η
αγορά
και όλοι οι
νέοι θα ‘χουνε
και από μια
δουλειά
Δείτε το
λίγο σοβαρά
και μην το
αμελείτε
αν θέλετε
καλύτερες
μέρες όλοι
να δείτε
Όλοι μας
εξαρτώμεθα
ο ένας απ’
τον άλλο
άλλοι σε
άλφα βαθμό
κι άλλοι σε
πιο μεγάλο
Συνταξιούχοι
,μισθωτοί
δεν είναι
πρόβλημά σας
μα πρέπει να
βοηθήσετε
τ’ αδέλφια,
τα παιδιά σας
Χρήμα μέσα
στον τόπο μας
εισέρχεται
αρκετό
όλοι να
ευημερήσουμε
φτάνει
μονάχα αυτό
Αρκεί να
μείνει στο χωριό
ν’
αλληλοβοηθηθούμε
και τότε
μέρες σίγουρα
καλύτερες θα
δούμε
Άμα σ’ αυτό
προσθέσουμε
και των
επισκεπτών
θα ‘ναι
καλύτερ’ η ζωή
όλων των
πολιτών
Μα πρέπει
και τα μαγαζιά
να φτιάξουν
τις τιμές
σε όλα τα
βαλάντια
να είναι
προσιτές
Κάντε την
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
σ’ αυτό εδώ
το μέρος
να μην
πεινάσουνε ποτέ
νέος ,παιδί
και γέρος
ΜΠΑΜΠΗΣ
ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΑΜΑΡΥΝΘΟΣ
27-11-2018
Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018
Η ΩΡΑΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Η ΩΡΑΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
της Ελένης Γκίκα
από τον Μπάμπη
Θεοδοσίου Ιούνιος-18
Δεν εισχωρώ σε κριτική,
ούτε το αναλύω,
μια έμμετρη περίληψη
γράφω για το βιβλίο.
Προσωπικά βιώματα,
με πάθος παρουσιάζει,
σκαλάει λίγο το μυαλό
κι η πέννα της
καλπάζει.
Η μάνα της δεν άντεξε
και πέθανε στη γέννα,
οι τύψεις που την
τυραννούν,
φτάνουνε ως την πέννα.
Αντάλλαξε η μάνα της,
μ΄ εκείνη τη ζωή της
και ο πατέρας έφυγε,
δεν κατοικεί μαζί της.
Ρωτά αν είναι τυχερή;
Που έζησε εκείνη.
Ρωτά αν είναι τυχερή;
Που μόνη έχει μείνει.
Το γράψιμο από μικρή,
πολύ τη γαληνεύει
και νέους δρόμους να
διαβεί,
από μικρή γυρεύει.
Μετά ‘πο χρόνια αρκετά,
με βάρος στην ψυχή της,
να φύγει αποφάσισε,
ν’ αλλάξει τη ζωή της.
Την ησυχία της θα βρει,
μέσα σε ένα κήπο,
συνάντησε τη Φωτεινή,
έναν ωραίο τύπο.
Οι ευωδιές σε οδηγούν,
στη λίμνη της γαλήνης,
με συντροφιά την
ξεγνοιασιά,
πιο ευτυχής να γίνεις.
Εισπνέει λέει τα καλά
και τα κακά εκπνέει,
η συνδρομή της
φωτεινής,
την πέννα της εμπνέει.
Όταν τα νυχτολούλουδα,
βγάζουν την ευωδιά τους,
παρέα με τη φωτεινή,
ευφραίνουν την καρδιά
τους.
Η Φωτεινή δεν σπούδασε,
μα έχει εμπειρίες
και για γαλήνεμα ψυχής,
προσφέρει ευκαιρίες.
Τη στεναχώρια διώχτηνε,
για ότι διορθώνεται
και το μυαλό σου μη
χαλάς,
σ’ ότι δεν διορθώνεται.
Η εργασία την ψυχή,
πολύ τη γαληνεύει
και από μαύρες
πινελιές,
πάντα την προστατεύει.
Μες της γαλήνης τη
σιωπή,
έρχονται στο μυαλό της,
εικόνες από τα παλιά,
στον τόπο το δικό της.
Φωτιά παίρνει η πέννα
της,
την ιστορία γράφει
και τρέχει πάνω στις
γραμμές,
σαν νάτανε ελάφι.
Στο Κορωπί τον τόπο
τους,
πιο πέρ’ απ’ την
πλατεία,
πενήντα χρόνια πιο
παλιά ,
αρχίζει η ιστορία.
Μικρή σαν υπηρέτρια,
τη στείλανε να μείνει,
στο σπίτι όπου έλαχε
και φόνισσα να γίνει.
Τη βίασε τ’ αφεντικό
και για να καλυφθεί,
αμέσως αναγκάσθηκε,
αυτήν να παντρευτεί.
Κάναν μαζί δύο παιδιά
και δεν μπορεί ν’
αντέξει,
μέσα στη βία έφτασε,
ετών είκοσι έξι.
Τον άντρα της τον
σκότωσε,
γιατί την τυραννούσε,
του είχε μπει μες το
μυαλό,
ότι τον απατούσε.
Να τον αλλάξει δεν
μπορεί
και τη ζωή του σβύνει,
όταν αποκοιμήθηκε,
τον καίει με βενζίνη.
Στη φυλακή χρόνια
πολλά,
μαθαίνει να διαβάζει
κι οι τύψεις για το
φονικό,
την κάνουν να σπαράζει.
Σαν αποφυλακίστηκε,
φεύγει σε άλλο τόπο,
με ηρεμία για να ζεί,
ψάχνει να βρει τον
τρόπο.
Τον Παναγιώτη γνώρισε,
φύλακα σ’ ένα φάρο,
βρήκε την ηρεμία της
και άντρα μ’ ένα
σμπάρο.
Στην ιστορία πάντοτε,
υπάρχει επανάληψη
και στην αρχαία εποχή
είχαν την ίδια άποψη.
Στον τόπο τους το
Κορωπί,
η εγγονή της μένει
και με τον άντρα
αλληνής,
είναι ερωτευμένη.
Ένα λουλούδι αφορμή,
ήταν να γίνουν όλα,
όταν της το προσέφερε
και δάγκωσε τη φόλα.
Κάνει μαζί του δυο
παιδιά,
που δεν αναγνωρίζει
και στη γυναίκα του
ξανά,
πολλές φορές γυρίζει.
Η εγγονή τον αγαπά
κι η ζήλεια την
τυφλώνει
και τη γυναίκα του
ευθύς,
με μαχαιριές σκοτώνει.
Στη φυλακή που βρέθηκε,
σκεφτόταν τη γιαγιά της
και κράταγε στα χέρια
της,
τα δώρα τα δικά της.
Ποτέ της δεν την
γνώρισε
και ένα ξέρει μόνο
κι οι δυο στα είκοσι
έξι τους,
έχουν διαπράξει φόνο.
Στοιχεία έχουνε κοινά,
αυτοί οι δύο φόνοι,
τους πρώτους ρόλους παίζουνε,
οι ζήλιες και οι
φθόνοι.
Να ζει κανείς ή να μη
ζει,
ο Άμλετ μας ρωτάει
και το βιβλίο μας αυτό,
ορθά μας απαντάει.
Δεν φτάνει μοναχά να
ζεις,
λέει η πεταλούδα,
γεύσου τα φρούτα της
χαράς,
μάσα τα με τη φλούδα.
Αν ζήσεις σαν το
πρόβατο,
τελειώνεις στο σφαγείο,
δύσκολο να διατηρηθείς,
στης μνήμης το ψυγείο.
ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΑΜΑΡΥΝΘΟΣ 10-6-2018
ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΜΑΣ
ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ
ΜΑΣ
Της Καουτέρ Αντιμί
Από τον
Μπάμπη Θεοδοσίου Μάιος-18
Εντμόντ Σαρλό, κάποια στιγμή,
βρέθηκε στη Γαλλία
και θαύμασε πρωτόγνωρα ,
για κείνον μεγαλεία.
Βρέθηκε
στην πορεία του,
το βιβλιοπωλείο,
που πούλαγε
και νοίκιαζε,
κάθε λογής βιβλίο.
Κάποιες απ’
τις εκδόσεις του,
έμεινε να θαυμάζει
και το επάγγελμα αυτό,
το έχει πια μαράζι.
Σαν στο
Αλγέρι γύρισε,
έψαχνε
ευκαιρία
κι
ανθρώπους σύμφωνους σ’ αυτό,
να κάνουν εταιρεία.
Βρήκε
ανθρώπους έτοιμους,
μοιράσανε
την πίτα,
κτίριο
βρήκαν στη Σαρράς,
νούμερο δύο βήτα.
Εκεί
δημιουργήθηκε
το βιβλιοπωλείο,
που γράφει
όποιος μελετά,
αξίζει όσο δύο.
ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ
ΤΑ ΑΛΗΘΙΝΑ,
έγραψαν στην
ταμπέλα,
εκεί, η σοφία στέκεται
και σου φωνάζει έλα.
Βρίσκεις
πολλά στα ράφια του,
ορεκτικά της γνώσης,
πολλές επιθυμίες σου,
μπορείς να εκπληρώσεις.
Αν θες να
κάνεις διαδρομές,
όλης της
υφηλίου,
βγάζεις το
διαβατήριο,
με διάβασμα
βιβλίου.
Κάθε βιβλίο
τη χαρά,
μπορεί να σου προσφέρει
και να σε
πάει νοητά,
σ’ όλα της γης
τα μέρη.
Βιβλία
εξεδόθησαν,
μεγάλων συγγραφέων,
Αλμπέρτ
Καμύ,Σαιντ Εξπαιρύ
και άλλων
κορυφέων.
Ώστεν,
Μοράβια, Σιλονέ,
η Γουλφ και κάποιοι άλλοι,
κάναν την
επιχείρηση
πάρα πολύ
μεγάλη.
Βιβλία
πούλαγαν πολλά,
δανείζανε επίσης
και ήτανε ευοίωνες,
όλες οι εκτιμήσεις.
Λογοκρισία είχανε ,
από τους κυβερνώντες,
όταν ενάντια σ’ αυτούς,
πετούσαν κάποιες σπόντες.
Για την
εξέγερση ο Καμύ,
γράφει στις Αστουρίες,
και στο
Σαρλό δημιουργεί,
διάφορες ιστορίες.
Ο δήμαρχος
της πόλεως ,
το ‘χει απαγορεύσει,
πως είν’ επαναστατικό,
σ’ αυτόν
έχει διαρεύσει.
Συγκέντρωση
λογοτεχνών,
ΣΤ’ ΑΛΗΘΙΝΑ ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ,
κάνανε πιο
ευχάριστη,
την εργασία
τούτη.
Οι Γάλλοι κυβερνούν
εκεί
κι έχουν ψηλά τη μύτη
και δεν
κοιμούνται ήσυχοι,
οι Άραβες
στο σπίτι.
Στη ζητιανιά βγήκαν παιδιά,
να βρούνε
το φαΐ τους,
γιατί,
φτώχια και πόλεμο
είχαν στην εποχή τους.
Οι Γάλλοι
τους ιθαγενείς,
τους είχαν
σαν σκουπίδια
κι όποιον ρωτούσες στα κρυφά,
σου έλεγε τα ίδια.
Σε κάποια
τους εξέγερση,
πολλοί
θανατωθήκαν
και πάλι οι
Αλγερινοί,
χαμένοι,
μόνο βγήκαν.
Μες τις
εκδόσεις του Σαρλό,
θα βρεις μυθιστορήματα,
βιβλία
ψυχολογικά
και εκλεκτά
ποιήματα.
Πολέμιο το καθεστώς,
ήταν απέναντί του
και δεν μπορούσε πια να βρει,
ούτε και το χαρτί του.
Τον
κλείσανε στην φυλακή,
γιατί ‘χε γράψει κάτι,
τον έβαλε
το καθεστώς,
για τα καλά στο μάτι.
Ο γάμος του
με τη Μανόν,
πολύ τον
βοηθάει,
γιατί κι
αυτή το μαγαζί,
πολύ το αγαπάει.
Τελείωσε ο
πόλεμος
και δίχως να αργήσει,
παράρτημα του οίκου του ,
ανοίγει στο Παρίσι.
Τα πήγαιναν πολύ καλά,
στα ύψη
ανεβήκαν,
είχαν
μεγάλους συγγραφείς
και άλλους νέους βρήκαν.
Πέσανε σ’
ανταγωνισμό,
ο οίκος
παραπαίει,
γιατί ‘τανε Αλγερινοί,
ο
ρατσισμός τους καίει.
Αυτό είχε
επίπτωση
στα
οικονομικά τους
κι είχαν ξεφύγει εντελώς,
από το πρόγραμμά τους.
Και πούλησε
στον αδελφό
Τ’ ΑΛΗΘΙΝΑ ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ,
να ξεπεράσει ήθελε
τη δυσκολία τούτη.
Αυτό
συνεχιζότανε
κι άρχισαν να τον κρίνουν,
κατάφεραν οι φίλοι του,
να τον
απομακρύνουν.
Στ’ Αλγέρι τότε γύρισε
κι ανοίγει μαγαζί
και είχε συνεπίκουρο,
το θείο
του μαζί.
Μέσα απ’ τις εκδόσεις του,
πολλοί τον εμισήσαν,
με βόμβες
και εκρηκτικά,
το μαγαζί διελύσαν.
Οι Γάλλοι
όσους Άραβες,
ήτανε στο Παρίσι,
στον
Σηκουάνα έριχναν ,
σαν είχαν
ξεψυχήσει.
ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΤΑ ΑΛΗΘΙΝΑ,
περάσανε
στο κράτος,
εκεί πήρε
απόσπαση,
ο Αμπνταλά κεφάτος.
Έγινε πλέον
κρατική,
αυτό
βιβλιοθήκη,
δίνει
βιβλία δανεικά,
με κάποια υποθήκη.
Ο Αμπνταλά παθιάστηκε,
μ’ αυτήν
την εργασία
και τίποτ’
άλλο για αυτόν,
δεν έχει
σημασία.
ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ
ΤΑ ΑΛΗΘΙΝΑ,
το έχουν καταφέρει,
να τ’ αγαπά ειλικρινά,
ολόκληρο τ’ Αλγέρι.
Ο Αμπνταλά στη σύνταξη,
σαν βγήκε ο καημένος,
όλο απ’ έξω
κάθεται,
στο βάθος πληγωμένος.
Πουλήθηκε το κτίριο,
σε Γάλλο ιδιώτη,
λόγω που ήθελ’
αλλαγή,
τον βλέπαν σαν προδότη.
Στέλνει το νεαρό Ρυάντ,
το μαγαζί ν’ αδειάσει
και με
καινούργια χρώματα,
τους τοίχους να περάσει.
Όλα τα
μαγαζιά εκεί,
το τι ζητά
κατέχουν
κι όπου
ρωτάει για μπογιές,
του λένε πως δεν έχουν.
Δεν θέλουνε
την αλλαγή,
θέλουν να
παραμείνει
και μέγα λογοτεχνικό,
μουσείο πια να γίνει.
Μες από συναναστροφές,
με Αμπνταλά
και άλλους,
μες την ψυχή του έβαλε,
μπελάδες
πιο μεγάλους.
Κατάλαβε τα θέλω τους
και δίχως απορία,
γυρίζει στην πατρίδα του,
τέλος η
ιστορία.
Στην Χαμανί
,πρώην Σαρράς,
νούμερο δύο βήτα,
άμα βρεθείς,
να σου την πουν,
την ιστορία ζήτα.
Ο Ζυλ Ρουά
για το Σαρλό,
εγκώμια θα πλέξει,
ήταν ο μαιευτήρας μας,
θα γράψει
κατά λέξη.
ΜΠΑΜΠΗΣ
ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 10-5-2018
ΤΟ ΓΙΝΑΤΙ
|
Γραφή
αριστοτεχνική,
μιλά για ιστορία,
στον αναγνώστη δε γεννά
καμία απορία.
Νέοι που ψάχνουν για δουλειά,
για να επιβιώσουν
και άλλοι που για τα λεφτά,
τους φίλους θα προδώσουν.
Τύπους έχει παράξενους
σε τούτο το βιβλίο
και το γινάτι σ’ όλο του
θα βρεις το μεγαλείο.
|
Ίντριγκες
και εγκλήματα,
πολλές ραδιουργίες,
ανθρώπους αναμάρτητους
κι άλλους με αμαρτίες.
Αγάπη άφθονη θα βρεις
μέσα στη βιοπάλη,
που για να δέσει θα
χρειαστεί,
πάλη πολύ μεγάλη.
Ιστορικό ανάγνωσμα,
γεμάτο με αγάπη,
κερνά τον αναγνώστη του,
της ευτυχίας χάπι.
|
ΓΙΝΑΤΙ
Ο σοφός της λίμνης
του
Γιάννη Καλπούζου
από τον Μπάμπη Θεοδοσίου
Στην Ήπειρο σ’ ένα
χωριό ,
ο Ζώτος εγεννήθη
κι η μάνα απ’ τους
χωριανούς
γι αυτό κατηγορήθη.
Κήκω λένε τη μάνα του,
είπαν πως ξεπορτίζει
κι ο Ζώτος όταν το
γροικά,
απ’ το κακό αφρίζει.
Η Κήκω, αναμάρτητη,
ρωτάει σε τι φταίει;
Του κόσμου η κακολογιά,
τα σωθικά της καίει.
Αυτό αιτία ήτανε,
να γίνει ένας φόνος,
με τον πατέρα του φονιά,
που εσκοτώθη μόνος.
Βεντέτα άρχισε ευθύς,
στις δύο τις φαμίλιες
και για το Ζώτο απειλές,
αρχίσαν τότε χίλιες.
Τη μάνα του δεν πίστεψε
και τη φωνάζει λώβα,
στον έρωτα πως έκανε,
με άλλους άντρες πρόβα.
Έφυγε για τα Γιάννενα,
που ‘χει πολυκοσμία,
μήπως χαθούν οι απειλές,
μες την ανωνυμία.
Πολιτική και πόλεμος,
τα δυο αγκαλιασμένα,
τα δόλια Ιωάννινα,
τα είχαν διχασμένα.
Του Βενιζέλου οπαδοί
κι αυτοί του βασιλιά,
το ποιος θα πιάσει κορυφή,
κόντρα από παλιά.
Το Γιάκο πρωτογνώρισε
στην κεντρική πλατεία,
λουστράκο και καλό παιδί,
που ‘ψαχνε πελατεία.
Το σιορ Δονάτο γνώρισε,
βαρκάρη σε μια βάρκα,
που κάθε μέρα του ‘λεγε
και μια σοφή ατάκα.
Του ‘λεγε η πολύ χαρά,
πως σε καλό δε βγαίνει,
όπως και το πολύ νερό,
τα άνθη τα ξεραίνει.
Τον εαυτό σου συναντάς,
μες το βαθύ σκοτάδι,
σαν κάνεις απολογισμό,
όταν θα ‘ρθει το βράδυ.
Η ζωή μετριέται μόνο,
με τα ίσια βήματα,
βγάζοντας απ’ τη ρότα σου,
κάποια στραβοπατήματα.
Η κάθε τρύπα της ψυχής,
με τα λεφτά δεν κλείνει,
μπορεί να δείχνει πως περνά,
μα την πληγή αφήνει.
Έκανε διάφορες δουλειές,
τον σύστησε ο Δονάτο
κι όταν τα βρίσκει δύσκολα,
να, το γινάτι, νάτο.
Έγινε επιστήθιος
φίλος με το Βιργίλη,
π’ όλο ιδέες φαεινές,
είχε στα δυο του χείλη.
Για το γινάτι μίλησε,
ο σιορ Δονάτο πάλι
και με ορμήνιες γέμισε
του Ζώτου το κεφάλι.
Γινάτι υπάρχει το κακό
και το καλό συνάμα,
το πρώτο διώξε μακριά,
με τ’ άλλο κάτσ’ αντάμα.
Σε ένα καρβουνιάρικο,
για να δουλέψει μπαίνει
και στους πελάτες κάρβουνα,
με τα σακιά πηγαίνει.
Εκεί
σ’ ένα αρχοντικό,
τη Χαβαή γνωρίζει
και η ζωή ολόκληρη
ανάποδα γυρίζει.
Αμέσως ερωτεύθηκαν,
ο ένας με τον άλλο
κι έχτισαν έναν έρωτα,
απίστευτα μεγάλο.
Χήρα ήταν η Χαβαή,
Τουρκάλα Μουσουλμάνα,
από πατέρα ορφανή,
είχε μονάχα μάνα.
Υπήρξανε εμπόδια,
να σμίξουνε οι δυο τους,
θρησκεία και καταγωγή,
το μεγαλύτερό τους.
Την προξενέψανε λοιπόν,
μ’ έναν ομόθρησκό της,
που έλεγε πως ήθελε,
μονάχα το καλό της.
Τούρκικη η καταγωγή,
Μπαλκίτ το όνομά του,
τη Χαβαή μες την καρδιά,
έχει για έρωτά του.
Σ’
αυτό το μεσοδιάστημα,
η Σαραλίν ορμάει
και το κορμί το αντρικό,
του Ζώτου το γλεντάει.
Όταν του λέει η Χαβαή ,
ότι τον αγαπάει,
ευθύς αυτός τη Σαραλίν,
για πάντα παρατάει.
Ο Ζώτος και η Χαβαή
πήρανε μία βάρκα
και μες της λίμνης τα νερά,
πήγαν οι δυο τους τσάρκα.
Ο έρωτάς τους έδωσε,
τη θέση στην αγάπη
κι οι δυο τους ήπιανε με μιας,
της ευτυχίας χάπι.
Γινάτι βάζει η Σαραλίν,
το Ζώτο να κερδίσει,
τον έρωτά τους δεν μπορεί,
όμως να τον νικήσει.
Ο Ζώτος της ζωγραφικής,
είναι ταλέντο σκέτο
και φτιάχνει απ’ τη μνήμη του,
του καθενός πορτραίτο.
Στρατιώτη τόνε πήρανε,
στον πόλεμο να πάει
κι η Χαβαή ορκίστηκε,
πως θα τον καρτεράει.
Εκεί στρατιώτες Έλληνες,
τη νύφη της βιάζουν,
της Χαβαή, τα νέα αυτά,
τα σόψυχα ταράζουν.
Ανάμεσα σε πόλεμο
και ανακατωσούρα,
του έρωτά τους μάκρυναν,
πιότερο τη μεζούρα.
Η Χαβαή βαπτίστηκε,
την είπαν Μαριάνθη,
το Ζώτο για να παντρευτεί,
την στόλισαν με άνθη.
Μες τη ζωή αυτών των δυο ,
γινήκανε πλεκτάνες
και χωριστήκαν δια παντός,
απ’ τις δικές τους μάνες.
Συκοφαντίες αρκετές,
πολλές ραδιουργίες,
με αφορμή τον έρωτα
και τις περιουσίες.
Στημένη η απαγωγή,
το Ζώτο ξαφανίσαν
και την ψυχή της Χαβαή ,
με πίκρα τη γεμίσαν.
Μπαλκίτ ήταν ο ένοχος,
χωρίς κανείς να ξέρει
και έκανε τη Χαβαή,
πολύ να υποφέρει.
Την πότισαν με τις ψευτιές
και τα ‘χει πια χαμένα
και πήρε την απόφαση,
να φύγει για τα ξένα.
Της είπαν πως την ήθελε
μόνο για τα λεφτά της
και στην Τουρκία βίασε,
αυτός την ανηψιά της.
Φούντωσε το γινάτι της,
ένοιωσε προδομένη,
με το παιδί του στην κοιλιά,
έφυγε πικραμένη.
Απ’ το να ζήσει δίπλα του,
μέσα σε αμφισβήτηση,
καλύτερη η μοναξιά,
χωρίς καμιά συζήτηση.
Η εξαφάνιση αυτή ,
το Ζώτο θα πληγώσει,
νομίζει πως η Χαβαή,
τον έχει κερατώσει.
Τα δύο συναισθήματα,
η πίκρα κι η αγάπη,
συγκρούονται και της ψυχής,
μαυρίζουν το κιτάπι.
Ο παπα-Λέρας έκανε,
πολλές παρανομίες,
παρών σ’ όλες τις ρουφιανιές
και τις ραδιουργίες.
Χωρίς να το σκεφτούν καλά,
από γινάτι μόνο,
μείναν σε μέρη χωριστά,
πάνω από ‘να χρόνο.
Κι οι δύο πεισματώσανε,
γινάτι στο γινάτι,
μα η αγάπη σταθερή,
τους ψιθυρίζει κάτι.
Μέσα από τις έρευνες,
θα μάθει την αλήθεια,
πράγματα που δε γίνονται,
ούτε στα παραμύθια.
Όσους παιδιά δεν έκαναν,
φρόντιζε ο Δονάτο
και σαν γιατρός που ήτανε,
τους το ‘φερνε στο πιάτο.
Έμαθε και ποιος ήτανε,
το θύμα του πατέρα,
πως άδικα οι χωριανοί,
βρίζανε τη μητέρα.
Κι ο Ζώτος δημιούργημα,
ήτανε του Δονάτο,
σαν έμαθε το μυστικό,
έγινε άνω κάτω.
Με λάθος δότη έγινε,
σαν τέρας το παιδί του
και του Δονάτο έγινε,
κατάμαυρη η ψυχή του.
Κι από γιατρός που ήτανε,
έγινε πια βαρκάρης
και την ψυχή με το καλό,
μπορείς να του την πάρεις.
Ένοιωθε ήσυχος πολύ,
την εποχή εκείνη,
του είχε μπει μες τηνψυχή,
της λίμνης η γαλήνη.
Ο Ζώτος για τη μάνα του,
το έχει μετανοιώσει
κι όση αγάπη του ‘μεινε,
σε κείνη θα τη δώσει.
Ψάχνει να βρει τη Χαβαή,
στα ξένα που ‘χει πάει,
γιατί ποτέ δεν έπαψε,
εκείνη ν’ αγαπάει.
Της έγραψε τι έγινε,
θέλει να τον πιστέψει
και μες απ’ τα πορτραίτα του,
αλήθειες να γυρέψει.
Η αγάπη όλα τα νικά,
όσα κι αν βρει εμπόδια
και δίνει τα αληθινά,
για τη ζωή εφόδια.
Έτσι λοιπόν και έγινε,
μετά ‘πο τόσα πάθη,
την ευτυχία γνώρισαν,
Ζώτος και Μαριάνθη.
Αμάρυνθος 30-6-18
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
