Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΩΡΑΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


Η ΩΡΑΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
της Ελένης Γκίκα
από τον Μπάμπη Θεοδοσίου Ιούνιος-18

Δεν εισχωρώ σε κριτική,
ούτε το αναλύω,
μια έμμετρη περίληψη
γράφω για το βιβλίο.

Προσωπικά βιώματα,
με πάθος παρουσιάζει,
σκαλάει λίγο το μυαλό
κι η πέννα της καλπάζει.

Η μάνα της δεν άντεξε
και πέθανε στη γέννα,
οι τύψεις που την τυραννούν,
φτάνουνε ως την πέννα.

Αντάλλαξε η μάνα της,
μ΄ εκείνη τη ζωή της
και ο πατέρας έφυγε,
δεν κατοικεί μαζί της.

Ρωτά αν είναι τυχερή;
Που έζησε εκείνη.
Ρωτά αν είναι τυχερή;
Που μόνη έχει μείνει.

Το γράψιμο από μικρή,
πολύ τη γαληνεύει
και νέους δρόμους να διαβεί,
από μικρή γυρεύει.


Μετά ‘πο χρόνια αρκετά,
με βάρος στην ψυχή της,
να φύγει αποφάσισε,
ν’ αλλάξει τη ζωή της.

Την ησυχία της θα βρει,
μέσα σε ένα κήπο,
συνάντησε τη Φωτεινή,
έναν ωραίο τύπο.

Οι ευωδιές σε οδηγούν,
στη λίμνη της γαλήνης,
με συντροφιά την ξεγνοιασιά,
πιο ευτυχής να γίνεις.

Εισπνέει λέει τα καλά
και τα κακά εκπνέει,
η συνδρομή της φωτεινής,
την πέννα της εμπνέει.

Όταν τα νυχτολούλουδα,
βγάζουν την ευωδιά τους,
παρέα με τη φωτεινή,
ευφραίνουν την καρδιά τους.

Η Φωτεινή δεν σπούδασε,
μα έχει εμπειρίες
και για γαλήνεμα ψυχής,
προσφέρει ευκαιρίες.

Τη στεναχώρια διώχτηνε,
για ότι διορθώνεται
και το μυαλό σου μη χαλάς,
σ’ ότι δεν διορθώνεται.

Η εργασία την ψυχή,
πολύ τη γαληνεύει
και από μαύρες πινελιές,
πάντα την προστατεύει.

Μες της γαλήνης τη σιωπή,
έρχονται στο μυαλό της,
εικόνες από τα παλιά,
στον τόπο το δικό της.

Φωτιά παίρνει η πέννα της,
την ιστορία γράφει
και τρέχει πάνω στις γραμμές,
σαν νάτανε ελάφι.

Στο Κορωπί τον τόπο τους,
πιο πέρ’ απ’ την πλατεία,
πενήντα χρόνια πιο παλιά ,
αρχίζει η ιστορία.

Μικρή σαν υπηρέτρια,
τη στείλανε να μείνει,
στο σπίτι όπου έλαχε
και φόνισσα να γίνει.

Τη βίασε τ’ αφεντικό
και για να καλυφθεί,
αμέσως αναγκάσθηκε,
αυτήν να παντρευτεί.

Κάναν μαζί δύο παιδιά
και δεν μπορεί ν’ αντέξει,
μέσα στη βία έφτασε,
ετών είκοσι έξι.

Τον άντρα της τον σκότωσε,
γιατί την τυραννούσε,
του είχε μπει μες το μυαλό,
ότι τον απατούσε.

Να τον αλλάξει δεν μπορεί
και τη ζωή του σβύνει,
όταν αποκοιμήθηκε,
τον καίει με βενζίνη.

Στη φυλακή χρόνια πολλά,
μαθαίνει να διαβάζει
κι οι τύψεις για το φονικό,
την κάνουν να σπαράζει.

Σαν αποφυλακίστηκε,
φεύγει σε άλλο τόπο,
με ηρεμία για να ζεί,
ψάχνει να βρει τον τρόπο.

Τον Παναγιώτη γνώρισε,
φύλακα σ’ ένα φάρο,
βρήκε την ηρεμία της
και άντρα μ’ ένα σμπάρο.

Στην ιστορία πάντοτε,
υπάρχει επανάληψη
και στην αρχαία εποχή
είχαν την ίδια άποψη.

Στον τόπο τους το Κορωπί,
η εγγονή της μένει
και με τον άντρα αλληνής,
είναι ερωτευμένη.

Ένα λουλούδι αφορμή,
ήταν να γίνουν όλα,
όταν της το προσέφερε
και δάγκωσε τη φόλα.

Κάνει μαζί του δυο παιδιά,
που δεν αναγνωρίζει
και στη γυναίκα του ξανά,
πολλές φορές γυρίζει.

Η εγγονή τον αγαπά
κι η ζήλεια την τυφλώνει
και τη γυναίκα του ευθύς,
με μαχαιριές σκοτώνει.

Στη φυλακή που βρέθηκε,
σκεφτόταν τη γιαγιά της
και κράταγε στα χέρια της,
τα δώρα τα δικά της.

Ποτέ της δεν την γνώρισε
και ένα ξέρει μόνο
κι οι δυο στα είκοσι έξι τους,
έχουν διαπράξει φόνο.

Στοιχεία έχουνε κοινά,
αυτοί οι δύο φόνοι,
τους πρώτους ρόλους παίζουνε,
οι ζήλιες και οι φθόνοι.

Να ζει κανείς ή να μη ζει,
ο Άμλετ μας ρωτάει
και το βιβλίο μας αυτό,
ορθά  μας απαντάει.

Δεν φτάνει μοναχά να ζεις,
λέει η πεταλούδα,
γεύσου τα φρούτα της χαράς,
μάσα τα με τη φλούδα.

Αν ζήσεις σαν το πρόβατο,
τελειώνεις στο σφαγείο,
δύσκολο να διατηρηθείς,
στης μνήμης το ψυγείο.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ  ΑΜΑΡΥΝΘΟΣ 10-6-2018










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου