Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΓΙΝΑΤΙ

Γραφή αριστοτεχνική,
μιλά για ιστορία,
στον αναγνώστη δε γεννά
καμία απορία.
Νέοι που ψάχνουν για δουλειά,
για να επιβιώσουν
και άλλοι που για τα λεφτά,
τους φίλους θα προδώσουν.
Τύπους έχει παράξενους
σε τούτο το βιβλίο
και το γινάτι σ’ όλο του
θα βρεις το μεγαλείο.

Ίντριγκες και εγκλήματα,
πολλές ραδιουργίες,
ανθρώπους αναμάρτητους
κι άλλους με αμαρτίες.
Αγάπη άφθονη θα βρεις
μέσα στη βιοπάλη,
που για να δέσει θα χρειαστεί,
πάλη πολύ μεγάλη.
Ιστορικό ανάγνωσμα,
γεμάτο με αγάπη,
κερνά τον αναγνώστη του,
της ευτυχίας χάπι.


ΓΙΝΑΤΙ
            Ο σοφός της λίμνης
                              του Γιάννη Καλπούζου
                                                            από τον Μπάμπη Θεοδοσίου

Στην Ήπειρο σ’ ένα χωριό ,
ο Ζώτος εγεννήθη
κι η μάνα απ’ τους χωριανούς
 γι αυτό κατηγορήθη.

Κήκω λένε τη μάνα του,
 είπαν πως ξεπορτίζει
κι ο Ζώτος όταν το γροικά,
 απ’ το κακό αφρίζει.

Η Κήκω, αναμάρτητη,
 ρωτάει σε τι φταίει;
 Του κόσμου η κακολογιά,
 τα σωθικά της καίει.

Αυτό αιτία ήτανε,
 να γίνει ένας φόνος,
με τον πατέρα του φονιά,
που εσκοτώθη μόνος.

Βεντέτα άρχισε ευθύς,
 στις δύο τις φαμίλιες
 και για το Ζώτο απειλές,
αρχίσαν τότε χίλιες.

Τη μάνα του δεν πίστεψε
 και τη φωνάζει λώβα,
 στον έρωτα πως έκανε,
 με άλλους άντρες πρόβα.

Έφυγε για τα Γιάννενα,
 που ‘χει πολυκοσμία,
 μήπως χαθούν οι απειλές,
μες την ανωνυμία.

Πολιτική και πόλεμος,
 τα δυο αγκαλιασμένα,
τα δόλια Ιωάννινα,
 τα είχαν διχασμένα.

Του Βενιζέλου οπαδοί
κι αυτοί του βασιλιά,
το ποιος θα πιάσει κορυφή,
 κόντρα από παλιά.

Το Γιάκο πρωτογνώρισε
 στην κεντρική πλατεία,
 λουστράκο και καλό παιδί,
που ‘ψαχνε πελατεία.

Το σιορ Δονάτο γνώρισε,
βαρκάρη σε μια βάρκα,
 που κάθε μέρα του ‘λεγε
και μια σοφή ατάκα.

Του ‘λεγε η πολύ χαρά,
πως σε καλό δε βγαίνει,
 όπως και το πολύ νερό,
 τα άνθη τα ξεραίνει.

Τον εαυτό σου συναντάς,
 μες το βαθύ σκοτάδι,
σαν κάνεις απολογισμό,
 όταν θα ‘ρθει το βράδυ.

Η ζωή μετριέται μόνο,
 με τα ίσια βήματα,
 βγάζοντας απ’ τη ρότα σου,
κάποια στραβοπατήματα.

Η κάθε τρύπα της ψυχής,
με τα λεφτά δεν κλείνει,
μπορεί να δείχνει πως περνά,
μα την πληγή αφήνει.

Έκανε διάφορες δουλειές,
 τον σύστησε ο Δονάτο
κι όταν τα βρίσκει δύσκολα,
 να, το γινάτι, νάτο.

Έγινε επιστήθιος
 φίλος με το Βιργίλη,
π’ όλο ιδέες φαεινές,
 είχε στα δυο του χείλη.

Για το γινάτι μίλησε,
 ο σιορ Δονάτο πάλι
και με ορμήνιες γέμισε
 του Ζώτου το κεφάλι.

Γινάτι υπάρχει το κακό
και το καλό συνάμα,
 το πρώτο διώξε μακριά,
με τ’ άλλο κάτσ’ αντάμα.

Σε ένα καρβουνιάρικο,
 για να δουλέψει μπαίνει
και στους πελάτες κάρβουνα,
 με τα σακιά πηγαίνει.

                                             Εκεί σ’ ένα αρχοντικό,
τη Χαβαή γνωρίζει
και η ζωή ολόκληρη
 ανάποδα γυρίζει.

Αμέσως ερωτεύθηκαν,
 ο ένας με τον άλλο
 κι έχτισαν έναν έρωτα,
 απίστευτα μεγάλο.

Χήρα ήταν η Χαβαή,
Τουρκάλα Μουσουλμάνα,
από πατέρα ορφανή,
είχε μονάχα μάνα.

Υπήρξανε εμπόδια,
να σμίξουνε οι δυο τους,
θρησκεία και καταγωγή,
 το μεγαλύτερό τους.

Την προξενέψανε λοιπόν,
μ’ έναν ομόθρησκό της,
 που έλεγε πως ήθελε,
 μονάχα το καλό της.

Τούρκικη η καταγωγή,
Μπαλκίτ το όνομά του,
τη Χαβαή μες την καρδιά,
 έχει για έρωτά του.


                                          Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα,
 η Σαραλίν ορμάει
και το κορμί το αντρικό,
 του Ζώτου το γλεντάει.
Όταν του λέει η Χαβαή ,
ότι τον αγαπάει,
ευθύς αυτός τη Σαραλίν,
 για πάντα παρατάει.

Ο Ζώτος και η Χαβαή
 πήρανε μία βάρκα
 και μες της λίμνης τα νερά,
 πήγαν οι δυο τους τσάρκα.

Ο έρωτάς τους έδωσε,
 τη θέση στην αγάπη
 κι οι δυο τους ήπιανε με μιας,
 της ευτυχίας χάπι.

Γινάτι βάζει η Σαραλίν,
 το Ζώτο να κερδίσει,
τον έρωτά τους δεν μπορεί,
όμως να τον νικήσει.

Ο Ζώτος της ζωγραφικής,
είναι ταλέντο σκέτο
και φτιάχνει απ’ τη μνήμη του,
 του καθενός πορτραίτο.

Στρατιώτη τόνε πήρανε,
στον πόλεμο να πάει
κι η Χαβαή ορκίστηκε,
πως θα τον καρτεράει.

Εκεί στρατιώτες Έλληνες,
 τη νύφη της βιάζουν,
της Χαβαή, τα νέα αυτά,
 τα σόψυχα ταράζουν.

Ανάμεσα σε πόλεμο
 και ανακατωσούρα,
του έρωτά τους μάκρυναν,
 πιότερο τη μεζούρα.

Η Χαβαή βαπτίστηκε,
την είπαν Μαριάνθη,
 το Ζώτο για να παντρευτεί,
την στόλισαν με άνθη.

Μες τη ζωή αυτών των δυο ,
 γινήκανε πλεκτάνες
 και χωριστήκαν δια παντός,
απ’ τις δικές τους μάνες.

Συκοφαντίες αρκετές,
 πολλές ραδιουργίες,
με αφορμή τον έρωτα
και τις περιουσίες.

Στημένη η απαγωγή,
το Ζώτο  ξαφανίσαν
 και την ψυχή της Χαβαή ,
με πίκρα τη γεμίσαν.

Μπαλκίτ ήταν ο ένοχος,
χωρίς κανείς να ξέρει
 και έκανε τη Χαβαή,
 πολύ να υποφέρει.

Την πότισαν με τις ψευτιές
και τα ‘χει πια χαμένα
και πήρε την απόφαση,
να φύγει για τα ξένα.

Της είπαν πως την ήθελε
 μόνο για τα λεφτά της
και στην Τουρκία βίασε,
αυτός την ανηψιά της.

Φούντωσε το γινάτι της,
 ένοιωσε προδομένη,
 με το παιδί του στην κοιλιά,
 έφυγε πικραμένη.

Απ’ το να ζήσει δίπλα του,
μέσα σε αμφισβήτηση,
καλύτερη η μοναξιά,
χωρίς καμιά συζήτηση.

Η εξαφάνιση αυτή ,
 το Ζώτο θα πληγώσει,
νομίζει πως η Χαβαή,
τον έχει κερατώσει.

Τα δύο συναισθήματα,
η πίκρα κι η αγάπη,
συγκρούονται και της ψυχής,
 μαυρίζουν το κιτάπι.

Ο παπα-Λέρας έκανε,
 πολλές παρανομίες,
παρών σ’ όλες τις ρουφιανιές
 και τις ραδιουργίες.

Χωρίς να το σκεφτούν καλά,
από γινάτι μόνο,
 μείναν σε μέρη χωριστά,
πάνω από ‘να χρόνο.

Κι οι δύο πεισματώσανε,
γινάτι στο γινάτι,
μα η αγάπη σταθερή,
 τους ψιθυρίζει κάτι.

Μέσα από τις έρευνες,
 θα μάθει την αλήθεια,
πράγματα που δε γίνονται,
 ούτε στα παραμύθια.

Όσους παιδιά δεν έκαναν,
 φρόντιζε ο Δονάτο
 και σαν γιατρός που ήτανε,
 τους το ‘φερνε στο πιάτο.

Έμαθε και ποιος ήτανε,
 το θύμα του πατέρα,
πως άδικα οι χωριανοί,
 βρίζανε τη μητέρα.

Κι ο Ζώτος δημιούργημα,
 ήτανε του Δονάτο,
σαν έμαθε το μυστικό,
έγινε άνω κάτω.

Με λάθος δότη έγινε,
 σαν τέρας το παιδί του
και του Δονάτο έγινε,
 κατάμαυρη η ψυχή του.

Κι από γιατρός που ήτανε,
έγινε πια βαρκάρης
 και την ψυχή με το καλό,
μπορείς να του την πάρεις.

Ένοιωθε ήσυχος πολύ,
 την εποχή εκείνη,
του είχε μπει μες τηνψυχή,
της λίμνης η γαλήνη.

Ο Ζώτος για τη μάνα του,
 το έχει μετανοιώσει
κι όση αγάπη του ‘μεινε,
σε κείνη θα τη δώσει.

Ψάχνει να βρει τη Χαβαή,
 στα ξένα που ‘χει πάει,
γιατί ποτέ δεν έπαψε,
εκείνη ν’ αγαπάει.

Της έγραψε τι έγινε,
 θέλει να τον πιστέψει
και μες απ’ τα πορτραίτα του,
αλήθειες να γυρέψει.

Η αγάπη όλα τα νικά,
 όσα κι αν βρει εμπόδια
 και δίνει τα αληθινά,
 για τη ζωή εφόδια.

Έτσι λοιπόν και έγινε,
μετά ‘πο τόσα πάθη,
 την ευτυχία γνώρισαν,
Ζώτος και Μαριάνθη.

Αμάρυνθος 30-6-18




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου