Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Η ΦΟΝΙΣΣΑ ΤΟΥ ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Η ΦΟΝΙΣΣΑ  
    ΤΟΥ ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Χαδούλα η Φραγκογιαννού
λένε την ηρωίδα
που ζει μες τη μιζέρια της
χωρίς καμιά ελπίδα

Γυναίκες σκέφτεται ποτέ
δεν πρέπει να γεννιούνται
γιατί σε όλη τη ζωή
αυτές θα τυραννιούνται

Μικρή ‘ταν υπηρέτρια
φρόντιζε τους γονείς της
μέχρι αυτή να παντρευτεί
και πάει στο τσαρδί της

Παντρεύτηκε και έγινε
σκλάβα στο σύντροφό της
και πληγωμένο ένοιωθε
για πάντα το εγώ της

Δούλα σαν έκανε παιδιά
για την ανατροφή τους
και φρόντιζε πάντα για την
εξυπηρέτησή τους

Έγινε με την κόρη της
δουλεύτρα στα εγγόνια
η μοίρα γράφει η γυνή
να τυραννιέτ’ αιώνια



Άρρωστο είναι δίπλα της
της κόρης της το βρέφος
και το μυαλό της θόλωσε
περνώντας ένα νέφος

Λεχώνα είν’ η κόρη της
κοιμάται ο γαμπρός της
και η ευθύνη του μωρού
πέφτει στον εαυτό της

Κοκίτης η ασθένεια
ταλαιπωρεί τους πάντες
η ευτυχία είν’ μακριά
δεμένη με ιμάντες

Σκέφτηκε τη συζήτηση
που ‘χε με τους γειτόνους
πως οι γυναίκες άπασες
πρέπει να κάνουν φόνους

Σαν γεννηθεί το θηλυκό
θα πρέπει να το πνίγουν
γιατί δρομάκια δύσκολα
για τους γονείς ανοίγουν

Χρειάζεται προίκα να βρεθεί
ο άντρας να την πάρει
κάνει ο χάροντας σ’ αυτήν
και στους γονείς της χάρη

Και πήρε την απόφαση
να τους εξιλεώσει
τα βάσανα ενός παιδιού
στην κόρη μη φορτώσει

Πήρε του βρέφους τη ζωή
δεν άφησε σημάδια
και μοιρολόγια άρχισε
να λέει στα σκοτάδια

Ξύπνησε και η κόρη της
ήρθε και ο γαμπρός της
ποτέ δεν καταλάβανε
 το έργο το δικό της

Και ο γιατρός βεβαίωσε
κι είπε την εκδοχή του
τελείως φυσιολογικά
έχασε τη ζωή του

Οι τύψεις τη Φραγκογιαννού
σαν ήρθε στα καλά της
πολύ τήνε βασάνισαν
κι έχασε τα μυαλά της

Πως ήταν θέλημα Θεού
ήθελε να πιστέψει
τον άγιο παρακαλεί
σωτήρα να την στέψει

Να σώζει οικογένειες
απ’ των παιδιών τα βάρη
με το μυαλό της το θολό
απόφαση θα πάρει

Την έγκριση απ’ το Θεό
ζητάει η Χαδούλα
ν’ αφήσει όλα τα παιδιά
χωρίς μια αδελφούλα

Μια μέρα ηλιόλουστη
για βότανα ‘χε πάει
η άρρωστη του γείτονα
γυναίκα να τα φάει

Στου περιβολά το κτήμα
πάει να βρει το Γιάννη
μα κείνος κάπου έλειπε
και το αμόκ την πιάνει

Τα δυο κορίτσια μόνα τους
ήταν κοντά στη στέρνα
και τα πετάει στο νερό
και πνίγοντ’ ένα – ένα

Μα πονηρά σκεφτόμενη
να μην την καταλάβουν
στης στέρνας πέφτει το νερό
οι άλλοι πριν προλάβουν

Καθυστερεί επίτηδες
μέχρι που να πνιγούνε
κι από τη στέρνα άψυχα
μαζί της πια να βγούνε

Της δώσανε τα εύσημα
για την προσπάθειά της
δεν καταλάβαν θύματα
πως ήτανε δικά της

Νομίζει ότι του Θεού
 είναι αυτή το χέρι
και μόνο με το θάνατο
τη λύτρωση θα φέρει

Μες το μυαλό της έπαρση
νοιώθει πολύ μεγάλη
μακριά να διώξει το κακό
σκοπό της έχει βάλει

Θέλει να φέρει λύτρωση
για να μην τυραννιούνται
κι ήρεμες τον αιώνιο
τον ύπνο να κοιμούνται

Κατάφερνε και ξέφευγε
δεν άφηνε ενδείξεις
και για να καταδικασθεί
χρειάζονται αποδείξεις

Τον κλέφτη λένε αγαπά
μα και το νοικοκύρη
κι έτσι τα πάντα ο Θεός
δίκαια τα σερβίρει

Στο θάνατο ενός παιδιού
ήταν κοντά εκείνη
κι όλοι την κατηγόρησαν
χωρίς να ‘χει ευθύνη

Πήγαν οι χωροφύλακες
αυτήν για να συλλάβουν
τρέχοντας όμως έφυγε
για να μην την προλάβουν

Πάνω στην καταδίωξη
απ’ τους χωροφυλάκους
προσπάθησε του θάνατου
ν’ ανοίξει κι άλλους λάκκους

Περνώντας νοιώθει ξαφνικά
συμπτώματα ιλίγγου
και πνίγει μ’ ευχαρίστηση
την κόρη του Λυρίγγου

Άμα την συλλαμβάνανε
δεν είχε καμιά τύχη
στο ξερονήσι να βρεθεί
ήθελε να πετύχει

Τ’ ανθρώπινα βαρέθηκε
τα πάθη και τα μίση
θέλει να βρει τον Άγιο
για να την ευλογήσει

Πέφτει μέσα στη θάλασσα
να πάει στο ξερονήσι
να το προικιό μου πρόλαβε
μόνο ν’ αναφωνήσει

Ανάμεσα σ’ ανθρώπινη
κι άγια δικαιοσύνη
τα άγρια τα κύματα
την πήρανε κι εκείνη

Αυτό που είπε ο Χριστός
πρέπει να καταλάβεις
πως μάχαιρα αν έδωσες
τη μάχαιρα θα λάβεις

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΑΜΑΡΥΝΘΟΣ





Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ



ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ
ΤΟΥ Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ

Εδώ σε πρώτο πρόσωπο
γράφει ο Βιζυηνός
κι εύγλωττα το αμάρτημα
διηγείται της μητρός

Ήρθε να μας αφηγηθεί
βιώματα δικά του
το τι συνέβη ‘πό παλιά
στην οικογένειά του

«Μιχάλης ο πατέρας μου
Δέσποινα η μαμά μου
δύο αγόρια κι η Αννιώ
τ’ αδέλφια τα δικά μου

Δημήτρης ο πρωτότοκος
μετά εγώ, ο Γιωργής
και η Αννιώ μετ’ από με
γεννήθηκε ευθύς

Ήρθε και ο βενιαμίν
μετά απ’ την Αννιώ μας
και μέγα το παράπονο
ήτανε το δικό μας

Η ζήλεια μας κατέτρωγε
όλα εμάς τ’ αγόρια
απ’ την αγάπη της μαμάς
ζούσαμε πάντα χώρια



Η μάνα μόνο στην Αννιώ
είχε την προσοχή της
και για εκείνη μοναχά
έδινε την ψυχή της

Εμάς μια υπηρέτρια
μας φρόντιζε θυμάμαι
με σκέψεις πάντα πήγαινα
το βράδυ να κοιμάμαι

Με την Αννιώ η σχέση μας
έφτανε τη λατρεία
μα κάπου απ’ τη μάνα μας
βλέπαμε αδικία

Καθώς μετά αρρώστησε
πολύ η αδελφή μας
σαν να μην ήταν πια αυτή
η μάνα η δική μας

Πέθανε κι ο πατέρας μας
αυτή την εποχή
και έπρεπε μονάχη της
να κάνει μια αρχή

Για την αρρώστια της Αννιώς
ξέχασε τις αρχές της
και προς τον κόσμο άνοιξε
τις πόρτες τις δικές της

Βγήκε και ξενοδούλευε
για να τα βγάλει πέρα
όμως ο πόνος συνεχώς
της έπαιζε φλογέρα

Απ’ τα μαλλιά τους πιάνονται
 λένε για τους πνιγμένους
τους τσαρλατάνους έβλεπε
όλους ευλογημένους

Ότι μαντζούνι έλεγαν
πως ήταν γιατρικό
αμέσως το αγόραζε
από τον ειδικό

Στο τέλος αποφάσισε
στην εκκλησιά να πάνε
σαράντα ημερόνυχτα
μαζί να ξενυχτάνε

Νόμιζε πως η πίστη της
είναι σπουδαίο πράγμα
κι ότι για την περίπτωση
θα κάνει ένα θαύμα

Όμως περνούσε ο καιρός
κι αυτή παραληρούσε
και πράγματα παράλογα
απ’ το Θεό ζητούσε»

«Πάρε μου έναν απ’ τους γιούς
και σώσε την Αννιώ μου
αυτό είναι από καρδιάς,
το θέλω, το δικό μου»

«Ήμουν εκεί και άκουγα
τα λόγια τα δικά της
φρίκη στ’ αλήθεια ένοιωσα
απ’ τα λεγόμενά της

Έφυγα από το ναό
με δυνατές κραυγές
γιατί το τι γινότανε
ήτανε διαυγές

Σε λίγες μέρες έφυγε
για πάντα η Αννιώ
τη μάνα συνεφέραμε
εμείς με το στανιό

Όμως κάτω δεν το ‘βαλε
και στη ζωή ουσία
βάζει ξανά η μάνα μας
με μια υιοθεσία

Μια κόρη υιοθέτησε
κι όλη την προσοχή της
σε κείνη έδωσε ξανά
μαζί με την ψυχή της

Πως θα ‘χει την φροντίδα μου
κι όλη την προσοχή μου
στη μάνα υποσχέθηκα
που ‘σωσε τη ζωή μου

Μικρός πήγα στην ξενιτειά
λεφτά να αποκτήσω
το λόγο που της έδωσα
ήθελα να κρατήσω

Μετ’ από χρόνια γύρισα
πίσω στο πατρικό μας
και είδα κόρη άγνωστη
στο σπίτι το δικό μας

Είδα τ’ αδέλφια μου ξανά
με μούτρα ξινισμένα
γιατί και τούτη τη φορά
τα ‘χε ξεχωρισμένα

Διαμαρτυρήθηκα και γω
στη μάνα για την κόρη
της είπα ότι όλη μας
μ’ αυτήν τραβάμε ζόρι

Την είδα και τα μάτια της
ήτανε βουρκωμένα
και με λαχτάρα και στοργή
σε μένα καρφωμένα

Ποτέ δεν το κατάλαβα
αυτό το φέρσιμό της
γιατί εγώ δεν ήξερα
το δράμα το δικό της

Ώσπου κοντά μου κάθισε
να μου διηγηθεί
το πώς ο πόνος μέσα της
έχει μεγεθυνθεί»

Μάνα
«Με το μπαμπά σου τράβηξα
σε γάμο να γλεντήσω
και το κατάφερα εγώ
στο τέλος να μεθύσω

Ξινό βγήκε το γλέντι μας
και η διασκέδασή μας
σαν, μεθυσμένη γύρισα
το βράδυ στο τσαρδί μας
Ξύπνησε η μικρή Αννιώ
και άρχισε να κλαίει
μα το μεθύσι το βαρύ
τα σωθικά μου καίει

Την έβαλα μηχανικά
στο στήθος να θηλάσει
κοιμήθηκα, την πλάκωσα
μέχρι αυτή να σκάσει

Όταν κάποτε ξύπνησα
και είδα τι ‘χα κάνει
παρακαλούσα το Θεό
και μένα να πεθάνει

Ήταν η πρώτη αδελφή
που είχατε παιδί μου
ο θάνατός της, δύσκολη,
έκανε τη ζωή μου

Οι τύψεις με βασάνιζαν
χωρίς να σταματάνε
και την μαυρίλα στην ψυχή
ακόμα κουβαλάνε

Κάναμε μια προσπάθεια
όπως κάθε γονιός
για την αντικατάσταση
της δόλιας της Αννιώς

Όμως γεννήθηκες εσύ
και θηλυκό ζητάμε
κι αμέσως για επόμενο
με το μπαμπά τραβάμε

Κορίτσι τότε κάναμε
την είπαμε Αννιώ
να καταλάβεις το γιατί
δε χρειάζεται νιονιό

Όμως αρρώστησε  αυτή
κι έχασε τη ζωή της
και κάποιες όμορφες στιγμές
τις τράβηξε μαζί της

Οι τύψεις δυναμώσανε
μου τύφλωσαν το μάτι
και σ’ αντιστάθμισμα αυτών
ψάχνω να κάνω κάτι

Κορίτσι υιοθέτησα
μα απεδείχθη λάθος
στο τέλος το κατάλαβα
ότι δεν είχε βάθος

Εγώ την υιοθέτησα
για να την μεγαλώσω
και προίκα θυσιάστηκα
πολλή σ’ αυτήν να δώσω

Όμως αυτή γι αντάλλαγμα
είχε αχαριστία
κι ένοιωσα πως με κτύπησε
ξανά η αδικία

Άλλο κορίτσι έφερα
να ‘χω για αδελφή σας
το ‘χω καημό και θηλυκό
 να κατοικεί μαζί σας

Τη βύζαξα εικονικά
στα σπάργανά σας μέσα
την κοίμισα στην κούνια σας
σαν να ΄ταν πριγκηπέσα

Στα μάτια σου καλέ Γιωργή
απόρριψη διαβάζω
γνωρίζω την εξήγηση
δε σε καταδικάζω

Κι απ’ τον αρχιεπίσκοπο
 συγχωροχάρτι πήρα
μα ένα είναι σίγουρο
σ’ αυτά δεν έχει πείρα

Το σπλάχνο που το γέννησες
δεν ξέρει τι σημαίνει
με λάθος που ‘κανες εσύ
εκείνο να πεθαίνει

Πόνο παιδιού δεν ένοιωσε
ο άγιος πατέρας
δεν ξέρει ότι κατοικεί
μέσα μου ένα τέρας

Να σιγοτρώει τα σωθικά
είν’ η δουλειά που κάνει
στο τέλος είναι σίγουρο
ότι θα με πεθάνει

Γιωργής
Τα μάτια της δακρύσανε
κι έβγαλε λίγο πόνο
δεν είναι κάθε άνθρωπος
αυτό που βλέπεις μόνο
Μην κρίνεις άνθρωπο ποτέ
άμα δεν τον ρωτήσεις
τι έχει μέσα στην ψυχή,
γιατί, θα ολισθήσεις

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ





























ΑΠΟΡΙΑ

Ποιο είναι το αμάρτημα
πέστε μου της μητρός,
ο θάνατος ακούσια
της πρώτης θυγατρός;

Αν δεν υπάρχει πρόθεση
δεν είναι αμαρτία
απλώς οι τύψεις μέσα της
είχανε απαρτία.

Μήπως;

Π’ εκλιπαρούσε το Θεό
μπροστά στο έν’ αγόρι
να πάρει πάνω ένα γιο
για να σωθεί η κόρη;

Ετούτο το αμάρτημα
είναι το πιο μεγάλο
σε σύγκριση ‘ναι γίγαντας
και νάνος είναι τ’ άλλο

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

η μικρη Μπιζού



Η ΜΙΚΡΗ ΜΠΙΖΟΥ

Γνώρισε η μικρή Μπιζού
μονάχα τη μητέρα
γιατί ποτέ δεν έμαθε
ποιον είχε για πατέρα

Στα χρόνια της τα παιδικά
 τη βάραινε η θλίψη
διάφορα περιστατικά
την είχανε συντρίψει

Την έβαζ’ εσωτερική
σε διάφορα σχολεία
μακριά από τη μάνα της
να βρίσκει ασχολία

Η μάνα της επάγγελμα
μυστήριο ποιούσε
την κόρη της ξεκάθαρα
αυτή παραπλανούσε

Αυτά όλα γινόντουσαν
στο δάσος στη Βουλώνη
και μέσα στην αφήγηση
θύμησες λευτερώνει

Μας διηγείται η Μπιζού
για τη μαμά της μέσα
πως ήτανε χορεύτρια
και που και που μαιτρέσσα

Διασκέδαση προσέφερε
σε κάποιους Γερμανούς
και άνοιγε πανεύκολα
του χρήματος κρουνούς

Το παζλ της παιδικής ζωής
θέλει να το τελειώσει
κι από τους εφιάλτες της
ελεύθερη να νοιώσει

Τις παιδικές της τις πληγές
θέλει να επουλώσει
μα είναι δύσκολο πολύ
για να το κατορθώσει

Η μάνα της από καιρό
πήγε σε ξένη χώρα
και η μπιζού αναπολεί
την αγκαλιά της τώρα

Της είχαν πει η μάνα της
έχασε τη ζωή της
γι αυτό ποτέ δε γύρισε
να νοιώσει τη στοργή της

Ένοιωσε εγκατάλειψη
απ’ όλους τους δικούς της
και όλα βαίνουν σε κακό
τώρα του εαυτού της

Όλα αυτά δημιουργούν
τη νύχτα εφιάλτες
και βάρος βάζουνε πολύ
πάνω στις δυο της πλάτες

Συνέχεια με το μετρό
γυρίζει το παρίσι
ψάχνοντας κάποιες παιδικές
στιγμές να ξαναζήσει

Τα βήματα της μάνας της
θέλει ν’ ακολουθήσει
γι αυτό και ψάχνει συνεχώς
μήπως τα εντοπίσει

Τη μάνα της αναζητά
κι όλο αναρωτιέται
αλήθεια είναι πέθανε;
Ή κάπου τυραννιέται

Όταν αισίως έγινε
ετών δέκα εννέα
όλες οι αναμνήσεις της
τροπή πήρανε νέα

Είδε ‘να κίτρινο παλτό
που κάτι της θυμίζει
στις αναμνήσεις της βαθιά
τη σκέψη της στηρίζει


Νομίζει πως η μάνα της
είναι που το φοράει
και κατά πόδας η Μπιζού
αυτήν ακολουθάει

Παίρνει μαζί της το μετρό
μαζί της κατεβαίνει
νοιώθοντας κάτι δυνατό
πως στη ζωή της μπαίνει

Γυρίζουνε οι θύμησες
πιο έντονες ακόμα
και της κρατούν αδίσταχτα
θεόκλειστο το στόμα

Έμαθε το που κατοικεί
τον τρόπο της ζωής της
κι έγινε κατασκότεινη
πιότερο η ψυχή της

Όμως κάπου ξεχάστηκε
με κάποιες γνωριμίες
και έτσι πραγματοποιεί
κάποιες επιθυμίες

Δούλευε κάπου η Μπιζού
ένα παιδί κρατούσε
της θύμιζε τα νιάτα της
πολύ το αγαπούσε


Μικρή Μπιζού την έλεγε
κάποτε η μαμά της
Τερέζα το αληθινό
είναι το όνομά της

Το παρελθόν απ’ το παρόν
μια γέφυρα χωρίζει
τρέχοντας πάει απ’ τη μια
πίσω ξανά γυρίζει

Μες τη μαυρίλα της ψυχής
το φως στο φαρμακείο
της έφερε χαμόγελο
της φάνηκε οικείο

Σαν μπήκε μέσα σε αυτό
ένοιωσε θαλπωρή
και πως την ευτυχία της
να βρει εκεί μπορεί

Τη φρόντισε σα μάνα της
η φαρμακοποιός
και στη γαλήνη της Μπιζού
έγινε αρωγός

Για να ‘χει την υγεία της
με χάπια τη φορτώνει
και βιταμίνες αρκετές
εύκολα ν’ αναρρώνει


Πάνω στη θλίψη την πολλή
δεν σκέφτηκ’ η Τερέζα
 χάπια πολλά ήπιε μαζί
και τήνε βρήκαν  τέζα

Την πήγαν στην εντατική
της έδωσαν πνοή
και από κει ξεκίνησε
τη νέα της ζωή

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

























ΑΠΟΡΙΕΣ


Μπήκε σ’ ένα δωμάτιο
διόλου επιπλωμένο
κι ήταν το στρώμα μοναχά           σελ.35
στο πάτωμα ριγμένο

Κρεβάτι παρουσιάστηκε
ευθύς ως δια μαγείας
κι αυτό είναι το αίτιο
της πρώτης απορίας

Την Κυριακή συνόδεψε
στο σπίτι την Τερέζα
μήπως και βγάλει απ’ αυτήν      σελ.72
τη μαύρη την πλερέζα

Του χρόνου η ασφάλεια
κάπου νομίζω πέφτει
γιατί κοιμούνται Κυριακή,       σελ. 90
ξυπνούν και είναι Πέμπτη

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ