Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

η μικρη Μπιζού



Η ΜΙΚΡΗ ΜΠΙΖΟΥ

Γνώρισε η μικρή Μπιζού
μονάχα τη μητέρα
γιατί ποτέ δεν έμαθε
ποιον είχε για πατέρα

Στα χρόνια της τα παιδικά
 τη βάραινε η θλίψη
διάφορα περιστατικά
την είχανε συντρίψει

Την έβαζ’ εσωτερική
σε διάφορα σχολεία
μακριά από τη μάνα της
να βρίσκει ασχολία

Η μάνα της επάγγελμα
μυστήριο ποιούσε
την κόρη της ξεκάθαρα
αυτή παραπλανούσε

Αυτά όλα γινόντουσαν
στο δάσος στη Βουλώνη
και μέσα στην αφήγηση
θύμησες λευτερώνει

Μας διηγείται η Μπιζού
για τη μαμά της μέσα
πως ήτανε χορεύτρια
και που και που μαιτρέσσα

Διασκέδαση προσέφερε
σε κάποιους Γερμανούς
και άνοιγε πανεύκολα
του χρήματος κρουνούς

Το παζλ της παιδικής ζωής
θέλει να το τελειώσει
κι από τους εφιάλτες της
ελεύθερη να νοιώσει

Τις παιδικές της τις πληγές
θέλει να επουλώσει
μα είναι δύσκολο πολύ
για να το κατορθώσει

Η μάνα της από καιρό
πήγε σε ξένη χώρα
και η μπιζού αναπολεί
την αγκαλιά της τώρα

Της είχαν πει η μάνα της
έχασε τη ζωή της
γι αυτό ποτέ δε γύρισε
να νοιώσει τη στοργή της

Ένοιωσε εγκατάλειψη
απ’ όλους τους δικούς της
και όλα βαίνουν σε κακό
τώρα του εαυτού της

Όλα αυτά δημιουργούν
τη νύχτα εφιάλτες
και βάρος βάζουνε πολύ
πάνω στις δυο της πλάτες

Συνέχεια με το μετρό
γυρίζει το παρίσι
ψάχνοντας κάποιες παιδικές
στιγμές να ξαναζήσει

Τα βήματα της μάνας της
θέλει ν’ ακολουθήσει
γι αυτό και ψάχνει συνεχώς
μήπως τα εντοπίσει

Τη μάνα της αναζητά
κι όλο αναρωτιέται
αλήθεια είναι πέθανε;
Ή κάπου τυραννιέται

Όταν αισίως έγινε
ετών δέκα εννέα
όλες οι αναμνήσεις της
τροπή πήρανε νέα

Είδε ‘να κίτρινο παλτό
που κάτι της θυμίζει
στις αναμνήσεις της βαθιά
τη σκέψη της στηρίζει


Νομίζει πως η μάνα της
είναι που το φοράει
και κατά πόδας η Μπιζού
αυτήν ακολουθάει

Παίρνει μαζί της το μετρό
μαζί της κατεβαίνει
νοιώθοντας κάτι δυνατό
πως στη ζωή της μπαίνει

Γυρίζουνε οι θύμησες
πιο έντονες ακόμα
και της κρατούν αδίσταχτα
θεόκλειστο το στόμα

Έμαθε το που κατοικεί
τον τρόπο της ζωής της
κι έγινε κατασκότεινη
πιότερο η ψυχή της

Όμως κάπου ξεχάστηκε
με κάποιες γνωριμίες
και έτσι πραγματοποιεί
κάποιες επιθυμίες

Δούλευε κάπου η Μπιζού
ένα παιδί κρατούσε
της θύμιζε τα νιάτα της
πολύ το αγαπούσε


Μικρή Μπιζού την έλεγε
κάποτε η μαμά της
Τερέζα το αληθινό
είναι το όνομά της

Το παρελθόν απ’ το παρόν
μια γέφυρα χωρίζει
τρέχοντας πάει απ’ τη μια
πίσω ξανά γυρίζει

Μες τη μαυρίλα της ψυχής
το φως στο φαρμακείο
της έφερε χαμόγελο
της φάνηκε οικείο

Σαν μπήκε μέσα σε αυτό
ένοιωσε θαλπωρή
και πως την ευτυχία της
να βρει εκεί μπορεί

Τη φρόντισε σα μάνα της
η φαρμακοποιός
και στη γαλήνη της Μπιζού
έγινε αρωγός

Για να ‘χει την υγεία της
με χάπια τη φορτώνει
και βιταμίνες αρκετές
εύκολα ν’ αναρρώνει


Πάνω στη θλίψη την πολλή
δεν σκέφτηκ’ η Τερέζα
 χάπια πολλά ήπιε μαζί
και τήνε βρήκαν  τέζα

Την πήγαν στην εντατική
της έδωσαν πνοή
και από κει ξεκίνησε
τη νέα της ζωή

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

























ΑΠΟΡΙΕΣ


Μπήκε σ’ ένα δωμάτιο
διόλου επιπλωμένο
κι ήταν το στρώμα μοναχά           σελ.35
στο πάτωμα ριγμένο

Κρεβάτι παρουσιάστηκε
ευθύς ως δια μαγείας
κι αυτό είναι το αίτιο
της πρώτης απορίας

Την Κυριακή συνόδεψε
στο σπίτι την Τερέζα
μήπως και βγάλει απ’ αυτήν      σελ.72
τη μαύρη την πλερέζα

Του χρόνου η ασφάλεια
κάπου νομίζω πέφτει
γιατί κοιμούνται Κυριακή,       σελ. 90
ξυπνούν και είναι Πέμπτη

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου