Ο ΞΕΝΟΣ
του
Αλμπέρ Καμύ
από τον Μπάμπη Θεοδοσίου
Ιδιωτικός υπάλληλος
είν’ ο Μερσώ στ’ Αλγέρι
και τι πρεσβεύει τελικά
κανένας μας δεν ξέρει
Μες τη ρουτίνα του βαθιά
ήταν αυτός χωμένος
κι από τον κόσμο τον πολύ
λιγάκι ξεκομμένος
Τη μάνα του την έβαλε
μες το γηροκομείο
να ζήσουνε αμφότεροι
δεν είχε το ταμείο
Του ‘πανε πως η μάνα του
έχασε τη ζωή της
κι έπρεπε να παραβρεθεί
κι εκείνος στην ταφή της
Πήγε κι όταν του είπανε
τη μάνα να κοιτάξει
αρνήθηκε γιατί μ’ αυτό
τίποτα δε θ’ αλλάξει
Τηρήσανε ευλαβικά
κάθε διαδικασία
αλλά για το Μερσώ αυτά
δεν είχαν σημασία
Κάποιοι γνωστοί την έκλεγαν
που κάθονταν στην άκρη
μα απ’ τα μάτια του Μερσώ
δεν έτρεξε ‘να δάκρυ
Τον ρώτησαν πόσο χρονών
ήτανε η μαμά του
και δήλωσε αδιάφορα
σ’ αυτό την άγνοιά του
Γυρνώντας απ’ την τελετή
με την Μαρί τα βρίσκει
κι αυτή το πώς θα ενωθούν
τον τρόπο εφευρίσκει
Ερωτευμένη η Μαρί
με την παραξενιά του
και τρόπο ψάχνει για να βρει
ν’ αγγίξει την καρδιά του
Του ζήτησε να παντρευτούν
με περισσή ευγένεια
να ενωθούν οι δύο τους
να κάνουν οικογένεια
Ναι της απάντησε αυτός
θα παντρευτεί μαζί της
μα όμως την αγάπη του
μην την ζητά δική της
Άλλο ο γάμος που ζητά
δεσμά για να του βάλει
κι άλλο αγάπης ξαφνικά
συναίσθημα να βγάλει
Συγκάτοικοι στον όροφο
Ρεμόν και Σαλαμάνο
μια καλημέρα είχανε
τίποτα παραπάνω
Ο Ρεμόν αποθηκάριος
το παίζει χαρωπός
στις φήμες που κυκλοφορούν
φαίνεται μαστροπός
Ζητάει από τον Μερσώ
μαζί του να ‘ναι φίλος
ναι απαντά και έγινε
όλη η ζωή του μύλος
Μετά τον βάζει ο Ρεμόν
να γράψει ένα γράμμα
στην άπιστη την κοπελιά
μα έμπλεξε σε δράμα
Πολύ την δέρνει ο Ρεμόν
για κάποια απιστία
κι αυτή για να τιμωρηθεί
πήγε αστυνομία
Ο αδελφός της Άραβας
τους παρακολουθούσε
κακό να κάνει στον Ρεμόν
εκείνος προσπαθούσε
Τους βρήκανε οι Άραβες
σε κάποια παραλία
και τον Ρεμόν τραυμάτισαν
κάνοντας φασαρία
Το όπλο πήρε του Ρεμόν
να μην πυροβολήσει
και ο Μερσώ στην τσέπη του
είπε να το κρατήσει
Αργότερα στην αμμουδιά
μόνος στη βρύση πάει
και κει πάλι τον Άραβα
μόνο του συναντάει
Ο Άραβας με μαχαιριά
θέλει να τον πληγώσει
και αναγκάζει το Μερσώ
αυτόν για να σκοτώσει
Τον κλείσανε στην φυλακή
κι όλο τον ανακρίνουν
κι αδιαφορία μοναχά
επάνω του διακρίνουν
Πιστός για πάντα ο Μερσώ
σε όλες τις αρχές του
αμέσως παραδέχτηκε
όλες τις ενοχές του
Με κάθε λεπτομέρεια
λέει τα γεγονότα
εξιστορεί το φονικό
και το πώς ζούσε πρώτα
Είπε δεν είχε πρόθεση
ήταν κακιά η ώρα
και έτσι βασανίζεται
με όλα τούτα τώρα
Απ’ την πολλή ανάκριση
πονά η κεφαλή του
κι ένοιωθε ανακούφιση
γυρνώντας στο κελί του
Είπε όταν του είπανε
γιατί δεν τους μιλά
δεν έχει τίποτα να πει
γι αυτό και σιωπά
Και τον κατηγορήσανε
για τους δικούς του τρόπους
που ξένος πάντα φαίνεται
στους άλλους τους ανθρώπους
Τίποτα φυσιολογικό
επάνω του δεν βρίσκουν
κανόνες και συναίσθημα
πάνω του αποθνήσκουν
Εκεί στο δικαστήριο
του δικαστή τα βέλη
τον τραυματίζουν ψυχικά
την κεφαλή του θέλει
Αρχίζει ο εισαγγελεύς
το κατηγορητήριο
και δίνει έτσι στο Μερσώ
θανάτου διαβατήριο
«Έχει δική του οπτική
στην επικοινωνία
δεν είναι πια αποδεκτός
σ’ αυτή την κοινωνία
Κινείται μες τα όρια
του Άσπεργκερ συνδρόμου
βρίσκεται στην αντίπερα
πλευρά αυτός του δρόμου
Ευαισθησίες δεν χωρούν
σ’ αυτόν τον χαρακτήρα
μ’ αλήθειες δίχως ψέματα
τον φόρτισε η μοίρα
Χωρίς καθόλου αίσθημα
κρίνει το ότι βλέπει
και δεν ζορίζεται ποτέ
να κάνει ό,τι πρέπει
Όλα τα βλέπει πιο απλά
απ’ όλους τους ανθρώπους
χωρίς υπονοούμενα
χωρίς πλαγίους τρόπους»
Ψυχρός είναι κι αδιάφορος
λέει στο δικαστή
και ζήτησαν οι ένορκοι
ν’ αποκεφαλιστεί
Αίτηση κάνει χάριτος
κι εκείνη απερρίφθη
κάθε ελπίδα μακριά
από αυτόν εκρύφθη
Και όταν πήγε ο παπάς
αυτόν να ευλογήσει
του είπε μεγαλόφωνα
στην άκρη να καθίσει
Θα του μιλούσε για Θεό
και ο Μερσώ αρνήθηκε
δεν ασχολείται με Θεό
απ’ όταν εγεννήθηκε
Στον τοίχο μέσα έβλεπε
κάποιες του αναμνήσεις
στον εαυτό του τόνισε
κι αυτές να λησμονήσεις
Άδειασ’ ο κόσμος μέσα του
δεν έχει πια ελπίδα
και καρτερεί αδιάφορος
ναρθεί η καταιγίδα
Θα ήταν στην εκτέλεση
καλύτερα φωνάζει
με μίσους δυνατές κραυγές
ο κόσμος να τον κράζει
ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΑΜΑΡΥΝΘΟΣ