Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΓΚΡΕΚΟ του Ν. Καζατζάκη

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ
                        του  ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
                                      από τον ΜΠΑΜΠΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
Στο χώμα πέφτει η βροχή
και του φωνάζει έλα,
στάσου του λέει η καρδιά,
λιγάκι  χαμογέλα

Μεγάλωσε , ατόνησε
και ένοιωσε πως φεύγει
για τη δική του τη ζωή
μες το βιβλίο λέγει
      
Για τη δική του τη ζωή
έχει φωτογραφία
και με την πένα έγραψε
αυτοβιογραφία

Από πατέρα, πειρατών
ήταν κι αυτός εγγόνι,
απ’ της μητέρας τη μεριά
αγρότες οι προγόνοι

Έλεγε ο πατέρας του
γεμάτος αντρειοσύνη.
«ψέματα μόνο να μην πει
μηδέ δειλός να γίνει»

Γόνος της Κρήτης ήτανε
της τάξης της μεσαίας
και αυτοπαρουσιάζεται
σαν νέος Οδυσσέας



Ταξίδεψε με το Χριστό,
τον Λένιν και το Βούδα
μα τελικός προορισμός
παρέμενε η Σούδα

Σε μία τσέπη του μυαλού
το Κρητικό το χώμα
απ’ όπου και αν πέρασε
δεν σκόρπισε ακόμα

Σε κάθε δυσκολία του
το χώμα ψαχουλεύει
αυτό του δίνει δύναμη
πιο πέρα να οδεύει

Ότι καινούργιο γνώριζε
ευθύς ενστερνιζόταν
και με περίσσια δύναμη
το υπερασπιζόταν

Αγώνα θέλει η ζωή
και είναι ευκαιρία
στη νίκη παίρνεις τη χαρά
στην ήττα εμπειρία

Για να βρεθεί στην κορυφή
στην Κρητική ματιά
ν’ αντέχει πρέπει τα δεινά
και την λαβωματιά

Τα χνάρια του αγώνα του
είναι σταμπαρισμένα
πολύ κοντά στην κορυφή
με αίμα ποτισμένα

Γράφει για τον πατέρα του
πως ήτανε σατράπης
και η προσωποποίηση
η μάνα της αγάπης

Για γνώση μέσα στη ζωή
είχε μεγάλο πάθος
μ’ ότι καταπιανότανε
τ’ ανέλυε σε βάθος

Σαν πήγε στο δημοτικό
ρούφαγε σαν σφουγγάρι
και έμαθε πάρα πολλά
για γη και για φεγγάρι

Εκεί δύο λαβωματιές
απ’ τους δασκάλους παίρνει
κι από τη στεναχώρια του
την κεφαλή του  γέρνει

Τ’ ότι μας έφτιαξ’ ο Θεός
η επιστήμη σβήνει
από πιθήκους γίναμε
την εκδοχή της δίνει

Κι ότι η γη του σύμπαντος
δεν είναι λέει κέντρο
ένα κλαδάκι είν’ αυτή
στου ήλιου μας το δέντρο

Ο πόλεμος με την Τουρκιά
συνέχιζε στην Κρήτη
αγώνες δεν κερδίζονται
αν δεν ανοίξει μύτη

Την λεβεντιά την Κρητικιά
την είχαν μες το πνεύμα
και για να πάρουνε φωτιά
χρειαζόταν ένα νεύμα

Στη Νάξο πήγε στη σχολή
με τους Φραγκοπαπάδες
κι έβαλε μες το πνεύμα του
πολλές γνώσης αράδες

Με τους παπάδες ήθελε
να πάει Ιταλία
τον πρόλαβ’ ο πατέρας του
πριν βγει στην παραλία

Η Κρήτη λευτερώθηκε
κάνανε πανηγύρι
και για ταξίδια μακρινά
στήθηκε το γεφύρι

Πέρασε απ’ το πέλαγος
έφτασε στην Αθήνα
που η νιότη μέσα στο φαΐ
πέθαινε απ’ την πείνα

Θάρρος δεν είχανε πολύ
να πάνε στο τσουκάλι
κι από τη στεναχώρια τους
πόναγε το κεφάλι

Βραβεύτηκε σαν έγραψε
δραματικό βιβλίο
στην Κρήτη ξαναγύρισε
μετά απ’ το σχολείο


Στον Ψηλορείτη αψηλά
σε μοναστήρι μέσα
εγνώρισε τον έρωτα
με μία Ιρλανδέζα

Ταξίδι έκανε μετά
σε όλη την Ελλάδα
και ήταν σαν να άρμεξε
πολιτισμού γελάδα

Στο γάλα επιτεύγματα
έβλεπες των προγόνων
που ήταν αποτέλεσμα
ηρωικών αγώνων

Στις Θερμοπύλες βρέθηκε
πήγε και Μαραθώνα
που είναι τα προπύργια
προγονικού αγώνα

Ακρόπολη και Σούνιο,
 Μυστρά και Ολυμπία
είναι σε όλους ορατά
δεν είναι ουτοπία

Με κάθε τι Ελληνικό
δενότανε μαζί του
και η Ελλάδα έμπαινε
βαθιά μες την ψυχή του

Γυρνώντας την Ελλάδα μας
ένοιωσε την ευθύνη
στο δέντρο του πολιτισμού
νερό πολύ να ρίχνει

Τον Άγγελο Σικελιανό
διάλεξε για παρέα
και σ’ όλα τα ταξίδια τους
περνούσανε ωραία

Στην Ιταλία πέρασε
και πήγε στα μουσεία
έργα της αναγέννησης
γνώρισε με ουσία

Με τον Ελ Γκρέκο μίλησε
μες απ’ τους πίνακές του
γιατί την Κρήτη δόξασε
με τις πατημασιές του

Αγώνας κάθε πάτημα
και κάθε βήμα μάχη
αυτά τα δυο του δώσανε
δόξα μεγάλη να ‘χει

Στο Άγιο Όρος βρέθηκε
παρέα με το φίλο
τον κόσμο του τον ψυχικό
εκεί τον κάναν μύλο

Του είπαν την ανάσταση
την βλέπεις μετά θάνατο
την σταύρωσή σου εν ζωή
την νοιώθεις με τον κάματο

Των απολαύσεων στρατί
όποιος συχνά διαβαίνει
ο εωσφόρος σίγουρα
στο τέλος περιμένει
Για να ‘ρθει η ανάσταση
σε όποιον τη γυρεύει
μέσα από τη σταύρωση
θα πρέπει να οδεύει

Του είπαν ότι το εμείς
με το Θεό ενώνει
και το εγώ συνέχεια
τους γύρω μας πληγώνει

Έγινε σάρκα η ψυχή
μπήκε στην αμαρτία
και με το διάβολο μαζί
κάνουνε απαρτία

Για να πλησιάσεις το Θεό
πρέπει και να ματώσεις
τις σαρκικές τις πεθυμιές
για πάντα να προδώσεις

Για να του πει για το Θεό
τη μυγδαλιά κεντρίζει
και κείνη αγαλλίασε
κι άρχισε να ανθίζει

Στα Σόδωμα και Γόμορα
μπήκε μια απουσία
και όπου λείπει ο Θεός
υπάρχει ασυδοσία

Δαιμόνια μπήκαν μέσα του
και τον Θεό κοντράρει
τον νου μαζί με την ψυχή
δύσκολα κοντρολάρει

Πήγε στην Ιερουσαλήμ
κι εκεί πολλά μαθαίνει
ο δίνων ευτυχέστερος
από αυτόν που παίρνει

Ο Βούδας λέει  της ψυχής
είναι τα πιο σπουδαία
κι ότι ‘ναι τα σωματικά
απλώς μία ιδέα

Εκεί στο όρος του Σινά
βρήκε το μοναστήρι
και προσπαθεί στην άβυσσο
να φτιάξει το γεφύρι

Μαλώνουνε τα μέσα του
κάποτε μεταξύ τους
για να δικαιολογήσουνε
κι αυτά την ύπαρξή τους

Μ’ είπες του λέει μια φωνή
τίγρη συνταξιδιώτισσα
γιατί εγώ κάποιες φορές
πολύ σε στεναχώρησα

Του βάζει η σιωπή φωνή
κοντά μας τι γυρεύεις
αν από τιμιότητα
κι αγνότητα χηρεύεις

Της σάρκας η απόλαυση
γρήγορα τελειώνει
και η ψυχή το χέρι της
προς το Θεό απλώνει

Ο διάβολος σωματικά
λέει να ενωθούμε
και ο Θεός με την ψυχή
κοντά του να βρεθούμε

Πάνω στο όρος το Σινά
πήγε για να μονάσει
το μόνο που κατάφερε
το χρόνο του να χάσει

Του είπε ο Ιωακείμ
κάνε μου το χατήρι
ο κόσμος έξω, για εσέ
είναι το μοναστήρι

Στην Κρήτη πίσω γύρισε
τι έμαθε να δείξει
κι ο κύρης του τον πίεζε
γραφείο να ανοίξει

Την Κρητική φιλοξενιά
με πάθος εκθειάζει
στο θέμ’ αυτό στους Κρητικούς
δέκα με τόνο βάζει

Θυμήθηκε τους μοναχούς
στο όρος του Σινά,
στην Ιταλία να βρεθεί
αναπολεί ξανά

Τον Άη Φραγκίσκο σκέφτεται
εκείνον της Ασίζης
για να βαδίσεις πλάι του
πρέπει πολλά ν’ αξίζεις

Παρακαλούσε το Θεό
την κόλαση να σβήσει
και μέσα στον παράδεισο
αμαρτωλούς ν’ αφήσει

Ταξίδι πάλι ξεκινά
μ’ αγάπη δίχως μίση
με τη βοήθεια του Θεού
έφτασε στο Παρίσι

Εκεί Θεό αρνήθηκε
τον Νίτσε σαν διαβάζει
και μες το πνεύμα του βαθιά
τον εωσφόρο  βάζει

Πάλευε μέσα του βαθιά
 Θεός και εωσφόρος
μα δεν υπάρχει μέσα του
και για τους δύο χώρος

Κλεισμένος στο δωμάτιο
μονάχος μελετούσε
κι ο κόσμος όλος γύρω του
με τούτο απορούσε

Μελέτησε τον Βουδισμό
ασπάστηκε το Βούδα
τους φόβους ,μίσος και ψευτιά
καθάρισε σα φλούδα

Το μίσος του ‘παν δεν μπορείς
 με μίσος να νικήσεις
μ’ αγάπη και συγχώρεση
μπορείς να το ξορκίσεις

Στο Βούδα δίπλα να βρεθείς
μαζί του να βαδίσεις
του σώματος τους πειρασμούς
πρέπει να εξορίσεις

Ο Βούδας απ’ τη λύτρωση
τον άνθρωπο λυτρώνει
κι απ’ όλα τα εγκόσμια
αυτόν ελευθερώνει

Στη Βιέννη,  υπαγόρευε,
έγραφ’ η νοσοκόμα
απ’ τη μπογιά του πνεύματος
της έδινε το χρώμα

Ένας γεροκαλόγηρος
μια εκδοχή του δίνει
για το τι είναι θάνατος
κι αυτό του έχει μείνει

Το θάνατο μη φοβηθείς
του ‘πε, είναι μουλάρι
που το ‘χει στείλει ο Θεός
κοντά του να σε πάρει

Στο Βερολίνο βρέθηκε
την Ίτκα συναντάει
το αντροφάγο το θεριό
για Λένιν του μιλάει

Η ίτκα παρουσίασε
τον Λένιν για Μεσσία
της απαντά ο Βουδισμός
έχει πολύ ουσία

Τον Άη Φραγκίσκο λάτρεψε
γιατί ήταν ποιητής
πείνα και πάθη νίκησε
κι έγινε ασκητής

Αρνήθηκε τον εύκολο
με τα διαμάντια δρόμο
και έζησε στον δύσκολο
που ‘ναι γεμάτος τρόμο

Οι άνθρωποι δεν μοιάζουνε
σε όλα μεταξύ τους
άλλοι αγώνα θέλουνε
και άλλοι τη βολή τους

Άλλοι τη βεβαιότητα
μες τη ζωή τους ψάχνουν
κι άλλοι αβεβαιότητα
αγώνα για να κάνουν

Η Ίτκα τον προέτρεψε
Θεούς ν’ απαρνηθεί
και στη Ρωσία να βρεθεί
Θεάνθρωπο να δει

Τον Λένιν Θεοποίησαν
Ρώσοι επαναστάτες
και την ιδέα στήριξαν
πάνω στις δυο του πλάτες

Του Λένιν τότε οπαδός
 έγινε με τη μία
του κόσμου όλου αλλαγή
είχε επιθυμία

Απ’ τη Ρωσία γύρισε
και του ‘χε μείνει κάτι
κι όλο τον κόσμο έβλεπε
πλέον με άλλο μάτι

Του είπε ο πατέρας του
τα Ρώσικα που λένε
στα λόγια είναι θησαυρός
στα έργα όμως κλαίνε

Κλήθηκε και βοήθησε
 σ’ επαναπατρισμό
 χρειάσθηκε  να γίνει αυτό
της Κρήτης αντρισμό

Κινδύνευαν οι Έλληνες
στον Καύκασο ψηλά
και στην Ελλάδα γύρευαν
να ‘ρθουν για τα καλά

Πήγε η Νικολάεβα
να τον αποπλανήσει
η Κρητική η λεβεντιά
όμως δε θα λυγίσει

Του ‘δωσε λέει ο Ζορμπάς
μυαλό από λιοντάρι
τους δαίμονες να ψάξουνε
στου νου τους το συρτάρι

Πέθανε ,ο αθάνατος
στο νου του, ο Ζορμπάς
που ήτανε υπόδειγμα
του θάρρους , της χαράς

Συνάντησε γέρο βοσκό
στις διαδρομές της Κρήτης
που σπιτικό του μόνιμο
ήταν ο Ψηλορείτης

Κοίτα το φόβο άφοβα
του είπε μες τα μάτια
και θα τον δεις να γίνεται
μπροστά σου δυο κομμάτια

Την φτώχεια μη την φοβηθείς
κυρά καλή αν έχεις
ένα απ’ τα καλύτερα
όπλα εσύ διαθέτεις

Η πέτρα χώμα γίνεται
και το βουνό χωράφι
και με ομαδική δουλειά
χορταίνεις το πιλάφι

Γυναίκα είναι η ψυχή
και έχει δυο φουστάνια
το ‘να σε πάει στο βυθό
και τ’ άλλο στα ουράνια

Την Κρήτη όλο γύριζε
και πήγε στα αρχαία
να απολαύσει στην Κνωσό
όλα της τα σπουδαία

Το κάθε τι που έβλεπε
άγγιζε την ψυχή του
και σκέφτηκε για χάρη τους
θα ‘δινε τη ζωή του

Μέσα του ο πολιτισμός
φούσκωσε σαν αρκούδα
και έφαγε με μια μπουκιά
Λένιν, Χριστό και Βούδα

Στο τέλος του προσπάθησε
ελεύθερος να γίνει,
 φόβος κι ελπίδα φρόντισε
καθόλου να μη μείνει

ΜΠΑΜΠΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου