ΣΤΗ
ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΖΟΥΡΓΟΥ
Κλειστήκανε
στο ασανσέρ
κοιτώντας
μ’ απορία.
Έτσι
ο Ζουργός ξεκίνησε
αυτή
την ιστορία
Δέντρο
γενεαλογικό
του
καθενός μας γράφει
και
ως υπεύθυνος γι αυτά
στο
τέλος υπογράφει
Ο
Γιάννης Τσούντας βρέθηκε
δύσκολα
στην Ελλάδα
παντρεύτηκε
τη Μάικα,
παιδιά
κάνει αράδα
Ντίνα,
Χρήστο, Θοδωρή
και
Ζώικα την κόρη
που
είναι άφοβη πολύ
πιότερο
απ’ αγόρι
Δασκάλα
η Μαγδαληνή
για
να μην εκπαιδεύσει
προσπάθησαν
οι Βούλγαροι
να
βγει από τη μέση
Η
Ζώικα φυγάδευσε
αυτήν
με δυσκολίες
γιατί
παντού υπήρχανε
εχθρών
περιπολίες
με
πάμπολλες θυσίες
και
δούλεψε εργάτρια
σ’
άλλων περιουσίες
Μα
το μυαλό της Ζώικας
ήτανε
στο χωριό της
και
έξυπνα σχεδίασε
αυτή
το γυρισμό της
Ο
ένας της ο αδελφός
είχε
κομμένο χέρι
ο
δεύτερος ήταν νεκρός
κι
ο τρίτος σ’ άλλα μέρη
Ο
Κωσταντής μονόχειρας
κάνει
το γυρολόγο
μα
στη ζωή του η ζαριά
έχει
τον πρώτο λόγο
Την
πούλησε τη Ζώικα
χρήματα για να φέρει
την
πήρε ο Χαρίλαος
για να την έχει ταίρι
Τον
έφεραν στα μέρη τους
πομπές
της αδελφής του
που
ένα Τούρκο γνώρισε
και
έφυγε μαζί του
Ήτανε
της κυβέρνησης,
λάτρης
και της θρησκείας
και
ήτανε και σεβαστό
μέλος
της κοινωνίας
Η
Ζώικα σαν γέννησε
έκανε
διδυμάκια
ο
Νίκος κι η Μαγδαληνή
ήταν
Θεού δωράκια
Κόλλησε
το Μαγδαληνή
δίπλα
στο Αντωνία
γιατί
για τη δασκάλα της
ένοιωθε
μια λατρεία
Παραδουλεύτρα
η Κασσιανή
απ’
τη χρονιά την πρώτη
με
κόρη την Αγγελική
και
γιο τον Παναγιώτη
Σαν
ασθενεί η Ζώικα
από
χτικιό βαριά
γύρισε
κι η Χρυσούλα
που
ήταν μακριά
Η
Ζώικα δεν άντεξε
και
έχασε τη ζωή της
κι
όλου του κόσμου, δάκρυα,
κουβάλησε
μαζί της
Η
Χρυσούλα σκανταλιάρα
ήτανε
απ’ τη νιότη
και
τους καρπούς του έρωτα
πήρε
του Παναγιώτη
Βρισκόμαστε
στην κατοχή
πιάσαν
τον Παναγιώτη
που
ήταν στο αντάρτικο
τον
είπανε προδότη
Χαρτί
για τα φρονήματα
ζητά
η Αγγελική
μα
οι γραφειοκράτες
δεν
είναι φιλικοί
Σαν
φτάσανε οι Γερμανοί
κι
είδαν το σπιτικό
είπανε
πως για διαμονή
είναι
ιδανικό
Χαρίλαος
και τα παιδιά
Νίκος
και Αντωνία
με
Γερμανούς τάχαν καλά
δεν
είχαν αγωνία
Ώσπου
το Νίκο πιάσανε
με
Γερμανό καβάλα
να
κάνουν τα κορμάκια τους
ερωτική
τραμπάλα
Η
Κασσιανή τους πρόδωσε
σ’
αντάρτες στα βουνά
τους
σκότωσαν κι είναι μαζί
αυτοί
παντοτινά
Ο
Παναγιώτης το ‘σκασε
λύνοντας
τα δεσμά του
και
πήγε στο βουνό να βρει
τ’
αδέλφια τα δικά του
Η
Αντωνία στα βουνά
γνώρισε
τον Ανέστη
μαζί
του έμειν’ έγκυος
κι
αποβολή υπέστη
Τον
Περικλή παντρεύτηκε
κι
έκανε μία κόρη
σαν
πέθανε ο άντρας της
τραβά
μεγάλο ζόρι
Κόρη
είχε την Ελένη
ήταν
κοπέλα φίνα
κι
οι δυο μαζί ξεκίνησαν
να
πάνε στην Αθήνα
Απέτυχαν
και γύρισαν
ξανά Θεσσαλονίκη
την
έγραψε στη νομική
και
βίωσε τη φρίκη
Η
Αντωνία πέθανε
μέσα
στην αγωνία
και
μόνη της απέμεινε
μέσα
στην κοινωνία
Εγνώρισε
το Μάρκελλο
έγκυο
την αφήνει
μα
γάμος είπ’ αυτός ποτέ
δεν
πρόκειται να γίνει
Δημόσια
υπάλληλος
έγινε
η Ελένη
κι
έτσι στα οικονομικά
καλά
τα καταφέρνει
Νίκο
το γιο της βάφτισαν
ζεύγος
δυο δικηγόρων,
αυτοί
της τεκνοποίησης
δεν
είχανε το δώρον
Μέσα
σε ένα ασανσέρ
πιο
πέρα απ’ το πάρκο
τυχαία
βρέθηκε μαζί
με
το Χατζίδη Μάρκο
Το
Μάρκο που, προπάππος του
είν’
ο φονιάς του λύκου
με
συνονόματο παππού
συνεχιστή
του οίκου
Τον
παππού του με ρουσφέτι
σαν
πρόσφυγα περάσαν
κι
ένα κομμάτι από γη
και
σε αυτόν κεράσαν
Ήρθαν
και πρόσφυγες πολλοί
από
το Αϊβαλί
και
βρήκε μια γυναίκα
πάρα
πολύ καλή
Αννίκα
ήταν τ‘ όνομα
κι
αμέσως παντρευτήκαν
κι
έτσι γονείς τριών παιδιών
οι
δυο αυτοί γινήκαν
Τον
Ηλία Διομήδη
κάνανε
πρώτα, πρώτα
κι
ύστερα κάναν τον Κοσμά
μετά
την Παναγιώτα
Οι
ντόπιοι με τους πρόσφυγες
είχαν
αψιμαχίες
και
δε φροντίσανε ποτέ
να
κάνουν συμμαχίες
Ο
Μπάμπης ο Εφραίμογλου
βοηθάει
τον Ηλία
Θεσσαλονίκη
να βρεθεί
κάπου στην παραλία
Σε
ένα γαλατάδικο
πιάνει
δουλειά αμέσως
και
εκτελεί συμβόλαια
θανάτου
ενδιαμέσως
Έγινε
της οργάνωσης
εκτελεστής
κρυφός
κανέναν
τους δεν άκουγε
το
έπαιζε κουφός
Αμφιβολία
σκόρπισε
στο
ίδιο του το κόμμα
για
τον Ηλία σίγουροι
δεν
ήτανε ακόμα
Είμαι
του κόμματος κι εγώ
και
δε χωράει φθόνος
και
θα πορεύομαι λοιπόν
μαζί
σας, αλλά ,μόνος
Τ’
αφεντικό του έδωσε
λίρες
προτού πεθάνει
και
ο Ηλίας με αυτές
πολλές
δουλειές θα κάνει
Τον
αδελφό του τον Κοσμά
με
έξοδα δικά του
στην
πόλη τόνε σπούδασε
και
ήτανε κοντά του
Και
την οργάνωση πολύ
είχε
βοηθήσει ήδη
με
κωδικό τον φώναζαν
άναρχο
Διομήδη
Θάνατο
στον Εφραίμογλου
πήρε την εντολή
τον
άλλοτ’ ευεργέτη του
αμέσως
εκτελεί
Στου
θάνατου το πέλαγος
έστειλε
κι άλλους δύτες
που
όλοι τους στην κατοχή
ήταν
μαυραγορίτες
Κόκκινο
είναι το κρασί
το
ίδιο και το αίμα
και
σε μεθάνε και τα δυο
αυτό
δεν είναι ψέμα
Αντίποινα
γυρέψανε
του
Ντάκουλα οι φίλοι
και
του Ηλία τη ζωή
κόψανε
σα σταφύλι
Μπροστά
στα μάτια του κοσμά
σκότωσαν
τον Ηλία
πόνος
και φόβος μέσα του
κάνανε
συναυλία
Ο
Κοσμάς την Υπαπαντή
παντρεύτηκε
με φράκο
και
κάνανε δύο παιδιά
το
Λιάκο και το Μάρκο
Λίρες
πολλές του αδελφού
κάποιες
του πεθερού του
το
ακριβές αντίτιμο
ήταν
του σπιτικού του
Το
Λέκκα είχε πεθερό
μεγάλο
τζογαδόρο
μεσ’
του Κοσμά τα όνειρα
γι
αυτόν δεν είχε χώρο
Κάπου
εκεί και ο παππούς
ο
Μάρκος θα πεθάνει
και
έμψυχα και άψυχα
να
κλαίνε θα τα κάνει
Σαν
ο Ηλίας έτρεχε
να
φτιάξει τη ζωή του
ο
κυρ Κοσμάς χωράτευε
και
γέλαγε μαζί του
Η
ζωή δεν είν΄ Ηλία
όπως
το κατοστάρι
το
κάθε πράγμα χρειάζεται
το
χρόνο του να πάρει
Του
Μάρκου η χάρη έφτασε
ως
την Πορτογαλία
και
γνώρισε τον έρωτα
σε
κάποια παραλία
Γι
αγγλική φιλολογία
έδωσε
εξετάσεις
για
να τα μάθει πιο καλά
να
κάνει επελάσεις
Τον
κόσμο όλο γύρισε
ήτανε
η χαρά του
μονάχα
με τις εκδρομές
ερχόταν
στα καλά του
Στου
θείου του Ηλία
τα
βήματα πατάει
γράφτηκε στο κόμμα του
κι
όσο μπορεί βοηθάει
Ο
Μάρκος συλλογίσθηκε
σαν
πέθαν’ η μαμά τους
γιατί
ποτέ δεν δείχνανε
κάποια
αισθήματά τους
Ανέκφραστοι
περνούσανε
κάποιες
χαρές και λύπες
κι
αυτό στο βάθος της ψυχής
άνοιγε
κάποιες τρύπες
Ο
Ηλίας οικογένεια
έφτιαξε
στην Αθήνα
κάνει
μεγάλη πρόοδο
με
τούτα και με κείνα
Αρρώστησ’
ο πατέρας τους
πήγαν Θεσσαλονίκη
και
του Κοσμά τελειώσανε
οι
άσσοι στο μανίκι
Πεθαίνοντας
είπ’ ο Κοσμάς
τίποτα
δεν τελειώνει
χαλί
για τη συνάντηση
η
μάνα σας μου στρώνει
Μ’
όλα τα διαδικαστικά
ο
Μάρκος ασχολήθη
κι
όλο αυτό του θύμηζε
άσχημο
παραμύθι
Να
φτιάξει κάποια έγγραφα
πήγε
την επομένη
στο
ασανσέρ συνάντησε
της
μοίρας την Ελένη
Κουμπιά
πατούν αμίλητοι
για
τον προορισμό τους
η
πεταλούδα σκίαζε
όμως
το ριζικό τους
Σταμάτησε
το ασανσέρ
εν
μέσω δυο ορόφων
και
πρέπει της υπομονής
ν’
ανέβουνε τον λόφον
Ο
φόβος μες τις φλέβες τους
σιγά
, σιγά εισδύει
τη
μυρωδιά της συμφοράς
αρχίζει
ν’ αναδύει
Κάναν
προσπάθειες πολλές
ψάχναν
να τους βοηθήσουν
μα
στο κελί το σκοτεινό
πρέπει
να ξενυχτίσουν
Είπανε
τα ιστορικά
των
οικογενειών τους
θέλαν
να τρέξει γρήγορα
ο
χρόνος ο δικός τους
Η
νύχτα έπεσε βαριά
η
ζέστη μεγαλώνει
μα
η ψυχή αυτών των δυο
άρχισε
να παγώνει
Αγγίζονταν
σαν στήριγμα
ο
ένας για τον άλλο
το
πρόβλημά τους σίγουρα
ήταν
πολύ μεγάλο
Η
έλξη ήταν γρήγορη
ανάμεσα
στους δύο
και
δώσανε στον έρωτα
αγόγγυστα
πεδίο
Μέσα
από τους φόβους τους
του
έρωτα η φλόγα
τους
δυο αυτούς ταξίδεψε
πάνω
σε μια πιρόγα
Αγάπη
ένοιωσαν κι οι δυο
ο
ένας για τον άλλο
που
πήγαζε απ’ την καρδιά
κι
όχι απ’ τον καβάλο
Αγάπης
λόγια τρυφερά
αντάλλασαν
το βράδυ
μα
βλέπαν στο καντήλι τους
πως
τέλειωνε το λάδι
Έχω
παιδί δεκατριών
που
θα ‘ναι και δικό σου
και
άμα πάθω τίποτα
κοίτα
το σαν το φως σου
Του
έγραψε σ’ ένα χαρτί
να
το υιοθετήσει
το
λόγο του παρακαλεί
να
μην τον αθετήσει
Κάθε
ικμάδα δύναμης
που
χάνει το κορμί τους
αγάπης
λάδι γίνεται
στο
λύχνο της ψυχής τους
Μην
είσαι απαισιόδοξη
ο
γιος μας περιμένει
είπε
ο Μάρκος σιγανά
φιλώντας
την Ελένη
και
κείνη συλλογίσθηκε
που
ήταν τόσα χρόνια
θα
είχε διώξει δια παντός
απ’
την ψυχή τα χιόνια
Τα
κύματα του έρωτα
αντί
να τους δροσίσουν
στα
βράχια τ’ αποχωρισμού
τις
σάρκες τους θα σκίσουν
Βγάλαν
το Μάρκο άρρωστο
και
κείνη πεθαμένη
η
ιστορία τέλειωσε
δεν
έχει πια Ελένη
Όπως
της υποσχέθηκε
το
γιο θα διεκδικήσει
μα
έχει και εμπόδια
που
πρέπει να πηδήσει
Ο
νονός και η νονά
αυτοί
παιδιά δεν έχουν
και
την κηδεμονία του
πλαγίως
την κατέχουν
Με
πληγωμένο το εγώ
αυτούς
αναστατώνει
μα
την υπόθεση παιδιού
με
λογική τελειώνει
Η
πεταλούδα δυνατά
φωνάζει,
περιμένω
να
βάλω κάτ’ απ’ τη σκιά
κάθε
ναυαγισμένο
ΜΠΑΜΠΗΣ
ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 12- 12- 2015
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου